Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.

Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.
Να μικρύνουμε τις αποστάσεις, να φτιάξουμε γειτονιές διαδικτυακές, να ακούσουμε τον θόρυβο του διπλανού, τον αναστεναγμό και το τραγούδι του,
το γέλιο του και την κραυγή του.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΕΛΕΥΣΙΝΑ: τόπος του μόχθου και των ονείρων.



Ελευσίνα 1921 - 1922.
Την Ελευσίνα την είχε λίγο ακουστά από παλιά η Δημητρούλα, μα πριν φτάσουν εδώ ο Νίκος της είχε πει τόσα, που όταν έφτασαν με τα μπογαλάκια τους φορτωμένα στο φορτηγό ένα απόγευμα, εκείνη αναγνώρισε τα πάντα. Μια γειτόνισσα τους υποδέχτηκε με καλωσορίσματα και προσφέρθηκε να πάρει το μωρό στην αγκαλιά της, καθώς η Δημητρούλα κι ο Νίκος ξεφόρτωναν τα πράγματά τους. Η μέρα ήταν ακόμη λουσμένη στο φως κι η αύρα της θάλασσας ερχόταν κύματα κύματα ως εκεί. Πρώτη φορά η Δημητρούλα μύριζε τη θάλασσα. Έριξε μια γρήγορη ματιά κατά κει στον ανοιχτό ορίζοντα με τις κορυφογραμμές της Σαλαμίνας να αγκαλιάζουν τον κόλπο κι ένιωσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας, που αναστέναξε με ανακούφιση.
Τα σπίτια, μονά δωμάτια δηλαδή κολλητά το ένα στο άλλο, ήσαν χτισμένα για τους εργάτες ακριβώς δίπλα στα εργοστάσια, στους πρόποδες του λόφου με τα αρχαία στην πλευρά προς την ακτή. Δεν είχαν κουζίνα και καμπινέ. Το μαγείρεμα στην αυλή, κι οι καμπινέδες κοινοί για όλους. Στο χωριό της δεν ήταν και πολύ καλύτερα βέβαια, αλλά μαθημένη αλλιώς τόσα χρόνια υπηρέτρια στα πλούσια σπίτια του καθηγητή Ιατρικής και του στρατηγού, ένιωσε πάλι ένα σφίξιμο μέσα της, όπως τότε στο πρώτο φτωχικό τους, νιόπαντροι στο Κουκάκι. Αλλιώς, καλύτερα ήθελε να στήσει το νοικοκυριό της.
Πέρασαν λίγες εβδομάδες και ένα απόγευμα περίμενε τον Νίκο να επιστρέψει, αποφασισμένη να τον καταφέρει να συμφωνήσει επιτέλους κι εκείνος στην ιδέα της. Να βγάλουν τα χρήματα από την Τράπεζα και να αγοράσουν εδώ στην Ελευσίνα ένα σπίτι ή ένα οικόπεδο για να χτίσουν, να έχουν δικό τους κεραμίδι με κουζίνα και καμπινέ. Αφού πια είχε στεριώσει σαν οδηγός φορτηγού του Ελαιουργείου – Σαπωνοποιείου και τον αγαπούσαν και τον εμπιστευόντουσαν, δεν είχαν να φοβούνται. Αφού η Ελευσίνα ήταν τόσο όμορφη και μπορούσε να τους προσφέρει όλα όσα χρειάζονταν για το μεγάλωμα της οικογένειας, θα έμεναν εδώ.
Αφού πάλι, σε αυτά τα σπίτια δεν θα μπορούσαν να έχουν όσα εκείνη θα μπορούσε να κάνει για την καθαριότητα και την φροντίδα όλων τους και προ πάντων του παιδιού τους ή για να χωρέσουν κι άλλα παιδιά. Αφού το ένα, αφού το άλλο, τα είχε σκεφτεί όλα η Δημητρούλα, τα είχε βάλει στη σειρά καλοδεμένα τα επιχειρήματά της. Είχε σκεφτεί και τον τρόπο που θα του τα έλεγε. Βιαζόταν να βάλει μπροστά το σχέδιό της και τον περίμενε.
Ο Νίκος την άκουσε προσεχτικά, αν και κάπως κουρασμένος και άκεφος. Είχε κάνει δύο δρομολόγια με σαπούνια σήμερα με το φορτηγό, Ελευσίνα – Αθήνα και Ελευσίνα – Πειραιά. Η απάντησή του όμως ήταν κοφτή, τελεσίδικη.
- Κι αν κάποια μέρα με σχολάσουν; ποιος ξέρει τι μας ξημερώνει … Θα σηκωθούμε να πάμε στο χωριό μου στη Θεσσαλία να ζήσουμε. Τι θα το κάνουμε μετά το σπίτι; Αν δεν μπορέσουμε να πιάσουμε τα λεφτά του πουλώντας το; Άσε τα εκεί που βρίσκονται τα λεφτά και θα δούμε. Έχουμε πόλεμο και ταραχές. Οι κυβερνήσεις αλλάζουνε η μια μετά την άλλη. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει.
Αποκαρδιωμένη εκείνη δεν μίλησε. Να πάνε στο χωριό του; . . . Δεν το είχε ξαναπεί και την αιφνιδίασε. Για την Αμερική τον είχε ακούσει συχνά να μιλάει και υποψιαζόταν τη νοσταλγία του και τα ανεκπλήρωτα όνειρά του, μα δεν είχε πει ποτέ κάτι για επιστροφή ούτε στην Αμερική όπου δούλεψε σαν παιδί αλλά ούτε και στο χωριό του. Προτίμησε να μην τον κοντράρει και γίνει η διαφωνία τους οριστική. Σίγουρα εκείνος ήξερε πιο πολλά για την κατάσταση γύρω τους αλλά εκείνη θα ξαναπροσπαθούσε μιαν άλλη φορά βρίσκοντας και κάποια καλή αφορμή. Για να μην φανεί όμως ότι εγκαταλείπει το όνειρό της και ότι συμφωνεί ολότελα μαζί του, επανέλαβε διπλωματικά τα λόγια του:
- Καλά θα δούμε . . .
Την άλλη μέρα η Δημητρούλα τακτοποίησε σε μια γωνιά της ψυχής της το μεγάλο όνειρό της για δικό τους σπίτι και ανασκουμπώθηκε στη δουλειά. Τους έλειπαν αρκετά απαραίτητα ακόμη κι έπρεπε να κάνει κουμάντο να τα αποκτήσουν λίγα λίγα με τη σειρά. Ρούχα, στρωσίδια, λίγα κουζινικά ακόμη, μωρουδιακά, ένα φανάρι για τα τρόφιμα. Θα έκανε προς το παρόν, πιο μικρά και προσγειωμένα όνειρα.
Ένιωθε πως αυτός ο τόπος δίπλα στη θάλασσα με τα τόσα εργοστάσια και τις τόσες ευκαιρίες να ζήσουν και να κάνουν κι άλλα παιδιά, ήταν ο τόπος που η μοίρα της είχε τάξει. Με τίποτε δεν ήθελε να γυρίσει σε χωριό ξανά. Εδώ στην Ελευσίνα ήταν καλά. Δεν ήθελε ούτε την Αθήνα. Οι άνθρωποι εδώ ήταν πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Κάθε πρωί καλημερίζονταν κι αντάλλασσαν λίγες κουβέντες. Οι γειτόνισσες πρόθυμες να βοηθήσουν. Να κρατήσουν το μωρό για να πάει να ψωνίσει, να ανταλλάξουν ένα πιάτο φαγητό που μύρισε, να δώσουν συμβουλές για μια αδιαθεσία του παιδιού.

Ο καιρός περνούσε και η κόρη τους ήταν πανέμορφη. Ο Νίκος κέρδιζε το μεροκάματο και πορευόντουσαν. Δεν μιλούσαν πολύ για σχέδια και όνειρα. Σαν να ήθελαν να χορτάσουν πρώτα τη σιγουριά που τους έδινε αυτός εδώ ο τόπος. Σαν να έπρεπε πρώτα να ριζώσουν εδώ. Και αυτό ίσως ήταν το πιο σημαντικό για δυο ξεριζωμένους από τον δικό τους τόπο, που είχαν για χρόνια στερηθεί τη ζέστη της οικογένειας. Όλα αυτά που συνέβαιναν με τις πολιτικές αναταράξεις και τον πόλεμο στη Μικρά Ασία τους φόβιζαν και τους έδεναν μαζί.
Ανακάλυπταν σιγά σιγά ο ένας τον άλλον. Ο Νίκος έβλεπε να ξεμυτίζει εκείνη η αξόδευτη δύναμη που είχε προαισθανθεί ότι έκρυβε η Δημητρούλα μέσα της. Δεν ήταν πια η υπηρετριούλα που γνώρισε, δεν ήταν πια εκείνο το πούπουλο που το πάει εδώ κι εκεί ο αέρας της ζωής. Την έβλεπε τώρα να μεστώνει σαν ολοκληρωμένη γυναίκα, σύζυγος και μάνα και νοικοκυρά σωστή και ένιωθε πια πως είχε ένα καλό στήριγμα στη ζωή του. Το παιδί τους ένωνε και τους έδινε σκοπό και νόημα. Όλο και πιο αραιά εκείνος θυμόταν τη μακρινή Αμέρικα…
Η Δημητρούλα πάλι εντόπιζε μέρα με τη μέρα τις πλευρές του χαρακτήρα του Νίκου. Ώρες ώρες αποτραβηγμένος δεν ήθελε πολλές κουβέντες. Την έκοφτε τι να σκέφτεται και αν κάτι κρυφό τον βασανίζει. Όσα γίνονταν στη δουλειά του της τα έλεγε και άδειαζε κάθε βράδυ τις σκοτούρες του στην αγκαλιά της. Μα κάτι εκείνη μυριζόταν πως κράταγε για τον εαυτό του. Πλάγια τον ρωτούσε που και που, μα δεν έβγαζε αυτό που θα την έπειθε.
Ο Νίκος ήταν υπερβολικά τίμιος και αξιόπιστος στα θέματα της δουλειάς του, φιλικός και δίκαιος με όλους, και αυτό ήταν κάτι που θαύμαζε σε αυτόν η Δημητρούλα. Ένιωθε πολλές φορές περήφανη γι αυτόν καθώς η μοναξιά της ζωής της μέχρι σήμερα την είχε οδηγήσει να ζυγίζει πρώτα τα ζητήματα ηθικής και φιλανθρωπίας. Την τρόμαζαν καυγάδες και ταραχές που έβλεπε σε άλλες οικογένειες κι ένιωθε πως ο Νίκος αντίθετα με άλλους άντρες της δίνει μια ξεχωριστή σιγουριά.
Βέβαια που και που εκείνη του έκανε και κάποια παράπονα γιατί αργούσε κάποια βράδια. Ο Νίκος δεν μπορούσε χωρίς φιλίες και καλή παρέα. Έτσι ήταν και στην Αμερική της είχε πει. Ξόδευε, αν και άγουρος νέος τότε στην Αμέρικα, μόνον όταν ήταν με παρέες. Δεν λογάριαζε να ξοδέψει αυτός περισσότερο από τους άλλους, αρκεί να είναι ευχαριστημένη η παρέα του και να διασκεδάσουν καλά.
Δεν τον ένοιαζε να αποταμιεύει αν και ο σκοπός που είχαν πάει τότε στην Αμερική, με τον πατέρα του και τον αδελφό του, ήταν η αποταμίευση. Μια μέρα ο πατέρας του απογοητευμένος είπε στον αδελφό του Νίκου, τον Δημήτρη: “Πάμε παιδί μου να φύγουμε, να γυρίσουμε στην Ελλάδα, γιατί με αυτόν εδώ δεν θα κάνουμε προκοπή”. Έφυγαν και έμεινε μόνος του στην Αμερική, μέχρι που ο Νίκος γύρισε στην Ελλάδα για τη στρατιωτική του θητεία.
Η Ελευσίνα είχε πολλά ταβερνάκια και μαγέρικα τότε. Η πελατεία τους ήταν επί το πλείστον οι πολλοί εργένηδες εργάτες από όλα τα μέρη της Ελλάδας, όπως συμβαίνει πάντα στην αρχή που μια βιομηχανική πόλη αναπτύσσεται. Έτσι ήταν και στο Lowell Ma (Λόουελ Μασαχουσέτης) όταν πρωτοπήγαν την πρώτη φορά. Ελάχιστες οι γυναίκες για γάμο εκεί και πλειοψηφία οι εργένηδες. Αργότερα άρχισαν να στέλνουν καραβιές τις νύφες με έτοιμα τα προξενιά από αδέλφια και πατεράδες.
Στα ταβερνάκια της Ελευσίνας λοιπόν ο Νίκος σύχναζε όλο και περισσότερο τα βράδια. Δεν μπορούσε εύκολα να πει όχι στην παρέα. Από μικρός έτσι ήταν. Ό,τι πει και θέλει η παρέα. Έπινε, του άρεσε. Όλοι έπιναν. Πιο πολύ το κρασί και οι μεζέδες παρά τραγούδι και χορός εκείνο τον καιρό. Γύριζε στο σπίτι και μύριζε η κάμαρα κρασί από την πόρτα μόλις έμπαινε. Η Δημητρούλα ανησυχούσε μα σκεφτόταν, όπως όλες τότε, πως άντρας είναι, και θα βγει και θα πιει και δυο ποτήρια. Μόνο που τον έβλεπε κάπως αλλαγμένο σαν επέστρεφε και είχε πιει. Γινόταν πιο απότομος, έχανε εκείνη τη γλύκα το φέρσιμό του. Εκείνη προτιμούσε να τον δει να πέφτει για ύπνο όταν ερχόταν πιωμένος, παρά να βλέπει έναν άλλον Νίκο.
Μια μέρα ήλθε ο Νίκος στο σπίτι και ξεφυσούσε κατασκασμένος. Η Δημητρούλα τον ρώτησε τι συμβαίνει κι εκείνος της είπε πως έγινε υποτίμηση του νομίσματος.
- Δηλαδή τι πάει να πει αυτό; τον ρώτησε.
- Δηλαδή κόψανε το χαρτονόμισμα στα δυο, δηλαδή τα λεφτά στην τράπεζα έχασαν τη μισή αξία τους, είπε εκείνος.
Κεραυνός χτύπησε τη Δημητρούλα. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ψιθύρισε:
- Και στο ‘πα Νίκο μου. Να πάρουμε ένα σπίτι. Τόσα χρόνια, από μικρό κορίτσι δούλευα στα ξένα χέρια. Αυτή ήταν όλη η προίκα μου δουλεμένη από χαράματα μέχρι μεσάνυχτα. Τώρα;
- Εμείς να ‘μαστε καλά και θα τα ξανακάνουμε. Φτάνει να μη γίνει τίποτε χειρότερο με τον πόλεμο και ξανακαλέσουν την κλάση μου στον στρατό, είπε εκείνος.
Να της δώσει κουράγιο ήθελε με εκείνο το “θα τα ξανακάνουμε” και θα το κατάφερνε, μα εκείνο που πρόσθεσε για την επιστράτευση την βύθισε ακόμη περισσότερο στον φόβο. Πήγε να βάλει τα κλάματα, μα σκούπισε τα δάκρυά της αποφασιστικά και είπε μόνον:
- Να μας βοηθήσει η Παναγία.
Ο Νίκος ευχαριστημένος την θαύμασε και την φίλησε. Δεν του άρεσαν τα γυναικεία κλάματα. Είχε ανάγκη να την νιώθει δυνατή δίπλα του.

Δεν πέρασαν τρεις μήνες και κάλεσαν τον Νίκο στον στρατό. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε συγκεντρώσει πολύ στρατό και νικούσε. Ευτυχώς λόγω της προϋπηρεσίας του Νίκου σαν οδηγός τότε του στρατηγού, δεν τον έστειλαν στο μέτωπο κι έμεινε σαν οδηγός εδώ στην Αθήνα στο επιτελείο. Όμως η Δημητρούλα τώρα ήταν μόνη και παρ’ όλο που ο Νίκος είχε σπάνιες άδειες και ερχόταν καμιά φορά στο σπίτι, η οικονομική τους κατάσταση είχε δυσκολέψει και με το ζόρι τα έβγαζε πέρα για να ταΐζει το παιδί. Έψαχνε για μια δουλειά που να κάνει στο σπίτι και να μην αφήνει μόνο του το παιδί. Μια γειτόνισσα της έριξε την ιδέα.
- Είσαι νέα, καπάτσα και πολύ δυνατή. Μπορείς να πλένεις, να μπαλώνεις και να σιδερώνεις τα ρούχα των εργατών που είναι ανύπαντροι. Ξέρω μερικούς που τα δίνουν εδώ κι εκεί. Μπορείς να βγάζεις αρκετά χρήματα. Όσα αντέχεις.
Δεν είχε άλλη επιλογή. Πλύσιμο, σιδέρωμα, μπάλωμα, σαν υπηρέτρια τόσα χρόνια τα κατάφερνε τέλεια. Άρχισε λοιπόν να εργάζεται στο σπίτι και σε λίγες βδομάδες, βοηθώντας και κάποιοι εργένηδες συνάδελφοι του Νίκου στο εργοστάσιο, απέκτησε πελατεία και έβγαζε όσα χρειαζόταν για να μην πεινάνε αυτή και το παιδί. Δούλευε όλη τη μέρα στη σκάφη και στο σιδέρωμα μέχρι αργά το βράδυ κατάκοπη, μα την επομένη ξεκινούσε πάλι ξεκούραστη και κεφάτη.
Τώρα η καθημερινή απουσία του Νίκου γινόταν πιο υποφερτή και η κάμαρά της γέμιζε φως τις λίγες φορές τον μήνα που εκείνος ερχόταν ξαφνικά με άδεια από την Αθήνα. Της έλειπε και του έλειπε και η αγάπη τους είχε δυναμώσει με τον χωρισμό. Στο κρεβάτι σαν έπεφταν, το ερωτικό τους αγκάλιασμα είχε γίνει συναρπαστικό και για τους δύο. Ώσπου μια μέρα η Δημητρούλα πανικόβλητη κατάλαβε πως μάλλον είναι πάλι έγκυος. Η γειτόνισσα, που το ‘μαθε πρώτη, της έδωσε κουράγιο μα εκείνη με αγωνία περίμενε τον Νίκο να έλθει.
-  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -
Στον τόπο αυτό έμελλε να κάνουν κι άλλα παιδιά, που όλα τους δούλεψαν – αγόρια και κορίτσια – στις φάμπρικες της Ελευσίνας. Η μοίρα τους επεφύλαξε πολλά άσχημα σενάρια κι Δήμητρα την αντιμετώπισε με περηφάνια.
Η συνέχεια στο βιβλίο μου με τίτλο:
Το Όνειρο και το Χρέος
- - - - - - - - - - - - - - -

Κάθε τόπος έχει μια ιστορία, που εκτός από τα μεγάλα γεγονότα, την αποτελούν στο βάθος οι μικρές μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων της και των οικογενειών της.
Με αφορμή την υποψηφιότητα της Ελευσίνας για Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2021, καταθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το μεγάλο αφήγημα που δουλεύω τον τελευταίο καιρό, το οποίο ανασυνθέτει τις προγονικές μου ιστορίες και φωτίζει συν τοις άλλοις την Ελευσίνα των πρώτων πενήντα χρόνων του εικοστού αιώνα.

  Ν.Ν. 11-07-2016

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Πώς μας πλήττουν οι κεραυνοί.


Στις πυκνοκατοικημένες περιοχές έστω και αν τα κτίριά μας δεν βρίσκονται σε ύψωμα, έστω και αν οι κεραυνοί δεν πέσουν επάνω στα κτίριά μας, οι ζημιές από κεραυνούς είναι πολλές και αρκετά σοβαρές.
Στις πιο κάτω εικόνες από ένα τεχνικό φυλλάδιο της εταιρείας ηλεκτρολογικού υλικού ΑΒΒ, βλέπουμε τους τέσσερις τρόπους που ένας κεραυνός μπορεί να επηρεάσει επιζήμια την κατοικία μας.
Εικόνα 1.
Στην εικόνα 1. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα στο εξωτερικό Σύστημα Αντικεραυνικής Προστασίας - εν συντομία ΣΑΠ (π.χ. αλεξικέραυνο ή πλέγμα γυμνών μεταλλικών αγωγών) ή απ' ευθείας επάνω στο κτίριο όταν δεν διαθέτει ΣΑΠ.
Όταν το κτίριο διαθέτει ΣΑΠ, μόνον ένα μέρος του ρεύματος του κεραυνού οδεύει προς το έδαφος μέσω των αγωγών καθόδου προς τη γη. Ωστόσο, η υπέρταση μπορεί να επιστρέψει στο κτίριο μέσω του αγωγού γείωσης της ηλεκτρικής εγκατάστασης.
Εικόνα 2
Στην εικόνα 2. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα σε εναέρια ηλεκτρική γραμμή συνδεδεμένη με το κτίριο.
Στην περίπτωση αυτή ο κεραυνός πέφτοντας επάνω στην ηλεκτρική εναέρια γραμμή δημιουργεί κύματα "υπερτάσεων" (δηλαδή πολλών δεκάδων χιλιάδων βολτ) που ταξιδεύουν και φθάνουν μέχρι την ηλεκτρική μας εγκατάσταση μέσω του καλωδίου παροχής.
 Στη διαδρομή τους εξασθενούν βέβαια αλλά όχι τόσο που να είναι ακίνδυνα.
Αυτός ο τύπος άμεσης επίδρασης μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά, ζημιά στην εγκατάσταση και τον εξοπλισμό ή ακόμη και να τραυματίσει ανθρώπους ή ζώα.
Στις πιο πάνω περιπτώσεις 1. και 2. θεωρείται άμεσο το πλήγμα του κεραυνού.


Εικόνα 3.
Στην εικόνα 3. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα κοντά σε κτίριο, στο έδαφος.
Εικόνα 4.
Στην εικόνα 3. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα κοντά σε εναέρια γραμμή αλλά όχι επάνω της.

Στις πιο πάνω περιπτώσεις 3. και 4. θεωρείται έμμεσο το πλήγμα του κεραυνού.
Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που δημιουργείται από το ρεύμα εκκένωσης του κεραυνού προκαλεί τις λεγόμενες ωμικές και επαγωγικές ζεύξεις δηλαδή και πάλι υπερτάσεις. Ως αποτέλεσμα, οι υπερτάσεις αυτές μπορεί να προκαλέσουν δυσλειτουργία ή ζημιές στην εσωτερική εγκατάσταση ή τον εξοπλισμό, όταν ξεπερνούν την αντοχή των μονώσεων των καλωδίων και των συσκευών.
Εικόνα 5. (από έντυπο της εταιρείας ΕΛΕΜΚΟ)
Στην εικόνα 5. βλέπουμε την καταστροφή ενός ηλεκτρικού πίνακα από την υπέρταση που εισήλθε από το έδαφος μέσα από τη γείωση του πίνακα.
Σε επόμενη ανάρτηση θα δούμε πώς μπορούμε να έχουμε προστασία από όλων των ειδών τα πλήγματα κεραυνών (είτε άμεσα είτε έμμεσα).
Νικόλαος Νημάς - Διπλ.Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ.
02-02-2016


Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Πώς να διαχειριστούμε τον θυμό των άλλων και να ελέγξουμε τον δικό μας θυμό; (2ο μέρος)




Συνεχίζουμε με το θέμα του θυμού, που ανοίξαμε στο προηγούμενο φύλλο του Νοεμβρίου 2014.
Όλοι ψαχνόμαστε σε όλη τη ζωή μας για την απάντηση στο ερώτημα: Πώς να διαχειριστούμε τον θυμό των άλλων ή να ελέγξουμε τον δικό μας θυμό;
Μια πρώτη απλή σχετικά προσπάθεια που μπορεί να κάνει ο καθένας μόνος του, είναι να φτιάξει αρχικά μια συλλογή και ταξινόμηση των περιπτώσεων θυμού.
Είναι ευκολότερο, να καταγράψουμε τις περιπτώσεις εκείνες που εμείς (οι άνθρωποι γενικώς) θυμώνουμε με κάποιον άλλον παρά εκείνες που εμείς κάναμε κάποιον άλλον να θυμώσει. Και είναι ευκολότερο, διότι όταν μπαίνουμε στη διαδικασία να δουλέψουμε πάνω στον θυμό, θυμόμαστε καλύτερα τους δικούς μας θυμούς, επειδή διαισθανόμαστε ότι αυτός ο θυμός – ο δικός μας – μας αφορά περισσότερο, αφού αυτόν μπορούμε να ελέγξουμε ευκολότερα.
Σκέφτηκα ότι η ακόλουθη μη εξαντλητική και ταξινομημένη συλλογή που επεχείρησα ίσως να διευκολύνει και άλλους να ξεκινήσουν να κάνουν τη δική τους. Μπορεί κανείς να την αυξήσει ή να αλλάξει την ταξινόμηση. Μετά να διαβάσει τον κατάλογό του αρκετές φορές, να βρει το κοντινότερο σε αυτόν πρόσωπο και να διαβάσουν μαζί τον κατάλογό του, να του ζητήσει να συμβάλει στην συμπλήρωσή του, να σχολιάσουν μαζί κάθε μια περίπτωση, να βρουν μαζί άλλους τρόπους ταξινόμησης, να συνεχίσει να σκέφτεται πάνω σε αυτά, αναζητώντας παράλληλα χρήσιμα σχετικά βιβλία, άρθρα και σεμινάρια για να ολοκληρώσει μια συγκροτημένη άποψη.
Αυτό λοιπόν το έχω ήδη κάνει και πιστέψτε με, μια τέτοια διαδικασία μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά προς τα εμπρός και να μας ξαλαφρώσει ιδιαίτερα. Κυρίως αυξάνει την αυτοκυριαρχία μας και τελικά και την αυτοεκτίμησή μας. Έχει καλά και άμεσα αποτελέσματα και μας χαρίζει περισσότερη ηρεμία δηλαδή λιγότερους θυμούς.

1η κατηγορία:
Θυμώνουμε όταν ο άλλος …

  • Μας υβρίζει ή μας κατηγορεί αβάσιμα για μια πράξη μας ή κάποια κουβέντα μας ή μας συκοφαντεί σε άλλους. Επίσης όταν μας γελοιοποιεί ή προσβάλει την αξιοπρέπειά μας και την αυτοεκτίμησή μας ή μας αδικεί με αρνητική κριτική και απαράδεκτους χαρακτηρισμούς για την προσωπικότητά μας. 
  •  Αρνείται τις καλές προθέσεις μας ή τις θεωρεί κακόβουλες ή όταν θίγει άκομψα ή καλυμμένα τις ευαισθησίες μας και τα αισθήματά μας ή είναι ιδιαίτερα ωμός και κυνικός σε ζητήματα που εμείς είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι ή κατηγορεί τα πιστεύω μας και τις αρχές μας. 
  •  Καμαρώνει διαρκώς για τα δικά του προσόντα  περιφρονώντας ταυτόχρονα τα δικά μας ή δεν επιβραβεύει ούτε καν αναγνωρίζει καμιά επιτυχία μας. 
  •  Είναι θρασύς, περνά τα όρια και μπαίνει στα χωράφια μας. 
  •  Δεν μας αφήνει να μιλήσουμε για να μιλάει μόνον αυτός. 
  •  Δεν αποδέχεται και τις δικές μας ανάγκες και δικαιώματα δίπλα στα δικά του ή αποκρούει τα αιτήματά μας συστηματικά. 
  •  Μας κάνει ό,τι θέλει – μας χειρίζεται – χρησιμοποιώντας συναισθηματικούς εκβιασμούς ή μας επιβάλει την θέλησή του κάθε φορά και με κάθε τρόπο (θεμιτό και αθέμιτο), ή όταν εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να ωφεληθεί εκείνος, βλάπτοντας εμάς. 
  •  Είναι αχάριστος απέναντι στην γενναιοδωρία μας. 
  •  Είναι εμφανώς καχύποπτος και τόσο κακοπροαίρετος που μας βάζει κάθε φορά σε πολεμική ετοιμότητα. 
  •  Ψεύδεται απέναντί μας χωρίς ντροπή και αποδεικνύεται τελικά αναξιόπιστος ή αθετεί τις υποσχέσεις του προς εμάς, στις οποίες υποσχέσεις εμείς βασιστήκαμε. 
  •  Μας εκβιάζει ανοιχτά και απροκάλυπτα - μας φέρνει σε αδιέξοδο ή ανακαλύπτουμε ότι έχει στήσει μια πλεκτάνη ή και μια απλή απάτη σε βάρος μας. 
  •  Μας απειλεί ή πραγματοποιεί τις απειλές του. 
  •  Μας αναγκάζει να συμπεριφερθούμε κι εμείς άσχημα.

Δεύτερη κατηγορία
Θυμώνουμε όταν ο άλλος …

  • ·  Αποδεικνύεται ανεπαρκής για τις προσδοκίες μας ή καταστρέφει τις κοινές μας προσπάθειες με την αδεξιότητά του ή είναι απρόσεχτος και κάνει πολλές ζημιές ή είναι τόσο νωθρός που καθυστερεί το κοινό έργο μας.
  •  Αγνοεί τις δικές μας ανάγκες επειδή δεν είναι ικανός να συναισθάνεται τους άλλους.
  •  Είναι απαθής και ψυχρός χαρακτήρας έτσι που μας εμποδίζει κάθε φορά να επικοινωνήσουμε βαθύτερα. Είναι τόσο κλειστός που μας φέρνει σε αμηχανία – δεν ξέρουμε πώς να του συμπεριφερθούμε.
  • Δεν μπορεί να συντονιστεί μέσα στην ομάδα μας και διαταράσσεται η αρμονική συνεργασία.
  • Κάνει λάθη στις εκφράσεις του και συνέχεια μας λέει πως άλλο εννοούσε.
  • Δεν καταλαβαίνει το χιούμορ μας.
  • Είναι τόσο πληγωμένος από τη ζωή που όπου κι αν τον αγγίξουμε πονάει.
Τρίτη κατηγορία
Θυμώνουμε όταν ο άλλος …

  • Δεν ακολουθεί τις οδηγίες, τις συμβουλές ή τις προειδοποιήσεις μας.
  • Δεν αποδέχεται την εξουσία μας ή το κύρος μας και τα υποσκάπτει.
  • Είναι γενικά ατίθασος σε κανόνες και συμφωνίες που του επιβάλουμε.
  • Είναι υπερβολικά ευαίσθητος και εύθικτος που μας αναστατώνει διαρκώς.
  • Είναι τόσο ανθρώπινος, δοτικός και αλληλέγγυος που εμείς φαινόμαστε να είμαστε απάνθρωποι.
  • Δείχνει τόση ευγένειά που μας σκλαβώνει αφόρητα.
  •  Έχει μια ανωτερότητα που αισθανόμαστε ότι απειλεί τη δική μας θέση ισχύος και επιρροής.
Ο καθένας θα βρει και άλλες περιπτώσεις που λείπουν στον πιο πάνω κατάλογο και μπορεί να τις βάλει κάτω από τις πιο ταιριαστές (παρόμοιες, σχετικές) με τις πιο πάνω.

Στην πρώτη κατηγορία είναι εμφανές ότι έχουμε εκείνες τις περιπτώσεις που ο άλλος πραγματικά και δικαιολογημένα μας κάνει να θυμώνουμε. Είναι κακόβουλος, καχύποπτος, αναξιόπιστος, εχθρικός, αχάριστος, θρασύς. Είναι πραγματικά δύσκολο να συνεργαζόμαστε ή να συμβιώνουμε μαζί του. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούμε να βάζουμε πιο ξεκάθαρα όρια στις μεταξύ μας σχέσεις και συναλλαγές και να μην του επιτρέπουμε να τα υπερβεί. Χρειάζεται δηλαδή μια βαθύτερη αναθεώρηση της σχέσης μας, με δική μας πρωτοβουλία.
Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε τις περιπτώσεις που ο άλλος είναι απλώς ανεπαρκής και αδέξιος ή εσωστρεφής χωρίς να είναι κακός κατά βάθος. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε ευκολότερα να ελέγξουμε τον θυμό που μας προκαλεί η ανεπάρκειά του, καταβάλλοντας από την μεριά μας περισσότερες προσπάθειες για να επικοινωνήσουμε καλύτερα μαζί του. Επίσης μπορούμε να μειώσουμε τις προσδοκίες μας από αυτόν, αρκεί να πούμε στον εαυτό μας: μέχρι εκεί μπορεί, μέχρι εκεί καταλαβαίνει, ας μην ζητάω περισσότερα από αυτόν.
Στην τρίτη κατηγορία έχουμε τις περιπτώσεις εκείνες που εμείς σφάλλουμε και όχι ο άλλος. Όταν εμείς είμαστε απαιτητικοί και κυριαρχικοί. Όταν δεν αναγνωρίζουμε ή δεν ανεχόμαστε τη δική του υπεροχή και καλοσύνη. Είναι οι περιπτώσεις που ακόμη και αν είμαστε γενικά καλοί άνθρωποι, μας βγαίνει ο κακός εαυτός μας. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειαζόμαστε περισσότερη αυτογνωσία και δουλειά με τον εαυτό μας, για να βρούμε τις αιτίες που μας κάνουν να χάνουμε τον έλεγχό μας.
Ας δούμε εδώ όμως μερικές αλήθειες σχετικά με τον θυμό.

  • Μας διδάσκουν, ήδη από την παιδική μας ηλικία, όχι το πώς να ελέγχουμε τον θυμό μας αλλά το “πρέπει να τον πνίγουμε”. Το σκεπτικό της κοινωνίας που καταπιέζει την απελευθέρωση των ανθρώπων λέει πως: Αν μπορείς να πνίγεις τον θυμό τότε θα μπορείς να πνίξεις και άλλα ευκολότερα συναισθήματα.
  • Όλοι έχουμε πάρει μαθήματα από τους γονείς μας, τους πρώτους παιδικούς φίλους και δασκάλους μας: πότε με ποιον ή με τι να θυμώνουμε, κυρίως το πώς να θυμώνουμε αλλά και πώς να ξεθυμώνουμε. Δυστυχώς λίγοι πήραμε μαθήματα πώς να ξεθυμώνουμε τον άλλον που θύμωσε μαζί μας.
  • Οι νεότεροι, όσοι έχουν παιδιά και οι λιγότερο μορφωμένοι είναι οι τρεις κατηγορίες ανθρώπων που είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν θυμό, σύμφωνα με μια νέα επιστημονική έρευνα. Η έλλειψη χρόνου και το συνακόλουθο αίσθημα πίεσης είναι ο συχνότερος παράγων πρόκλησης θυμού.
  • Οι προσβολές όταν γίνονται δεκτές με περιφρονητική σιωπή, εξουδετερώνονται. Όταν γίνονται δεκτές με εκνευρισμό όμως, δείχνουμε ότι, σε ένα βαθμό, αναγνωρίζουμε την αλήθεια των προσβολών έλεγε ο Τάκιτος (Ρωμαίος Ιστορικός).
  • Ο θυμωμένος έχει μέσα του ντροπή και ενοχές για το θυμό που έβγαλε. Όταν τα νιώσει συνειδητά βρίσκει εξηγήσεις και δικαιολογίες για να τα κατευνάσει.
  • Ο θυμωμένος χάνει προσωρινά την αίσθηση του χιούμορ, χαλαρώνει μόλις βάλουμε στη μέση λίγο από το λεπτό χιούμορ μας αλλά προσοχή εξοργίζεται χειρότερα με το σαρκαστικό χιούμορ.
  • Δεν βοηθάμε τους ευέξαπτους και οξύθυμους ανθρώπους, όταν τους δικαιολογούμε λέγοντας πως απλά είναι άνθρωποι με την ιδιαιτερότητα “να βράζει το αίμα τους”.
  • Δεν είναι αδικαιολόγητο να θυμώνουμε με εκείνους που μόνιμα αργοπορούν ή καθυστερούν στα ραντεβού μας. Αδικαιολόγητο είναι να μην το ξέρουν, γιατί δεν τους το δείξαμε ποτέ. Αδικαιολόγητο επίσης είναι να φέρνουμε εμείς την καταστροφή για λίγα λεπτά της ώρας.
  • Σπάνια νιώθουμε θυμό χωρίς να νιώθουμε πληγωμένοι (προσβεβλημένοι) σε κάποιο βαθμό και σπάνια νιώθουμε πληγωμένοι ψυχικά χωρίς να νιώθουμε θυμό γι’ αυτό που προκάλεσε τον πόνο.
  • Μερικές φορές απλά και μόνο η απειλή του να πληγωθούμε ή να ντροπιαστούμε μπορεί να πυροδοτήσει το συναίσθημα του θυμού. Πραγματικοί φόβοι αλλά και φοβίες είναι η τροφή του θυμού.
  • Όταν ο άλλος μας μειώσει ή απειλήσει ή βλάψει φυσικό είναι να θυμώνουμε. Όταν το έχει κάνει με σκοπιμότητα φυσικά και θυμώνουμε περισσότερο. Αφύσικο είναι όμως να θυμώνουμε δυσανάλογα με την αιτία ή τη βλάβη που μας προκάλεσε ή τις προθέσεις του υπεύθυνου.
  • Ο θυμός απέναντι στην εισβολή του Μουσολίνι, τροφοδότησε τους Έλληνες το 1940, με ενέργεια για να αμυνθούν ηρωικά και να αντεπιτεθούν με επιτυχία.
Ταξινομήσαμε ήδη τις γνωστές περιπτώσεις που προκαλούν τον θυμό μας. Τώρα μπορούμε να δούμε και ποιοι είναι οι άνθρωποι που θυμώνουν ευκολότερα.

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ

  • Οι ανταγωνιστικοί, οι μανιώδεις κυνηγοί των επιτυχιών, εκείνοι που δεν γνωρίζουν τη σοφία της υποχώρησης αλλά και εκείνοι που έχουν ακλόνητη πεποίθηση πως όλα τα προβλήματα έχουν οπωσδήποτε μια εύκολη λύση, θυμώνουν κάθε φορά που αντιμετωπίζουν προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να λύσουν.
  • Οι τελειομανείς και οι λεπτολόγοι θυμώνουν όταν κάποιος ή κάτι τους εμποδίζει να ασχοληθούν με την λεπτομέρεια και να αγγίξουν το τέλειο. Θέλουν πάση θυσία να είναι πάντα  άριστοι. Συνήθως θυσιάζουν την ηρεμία τους και φορτώνονται εύκολα με άγχος.
  • Εκείνοι που δεν διαθέτουν την ικανότητα της διάκρισης και της αξιολόγησης, που τσουβαλιάζουν και μεγαλοποιούν τα πάντα, θυμώνουν με τα μεγάλα το ίδιο όπως και με τα μικρά. Κάποιοι μάλιστα θυμώνουν με μικροπροβλήματα περισσότερο από ό,τι με τα σημαντικά.
  • Οι εύθικτοι – αυτοί που προσβάλλονται εύκολα – οι μυγιάγγιχτοι, τα άτομα με χαμηλή ανεκτικότητα έχουν μια ροπή να αμύνονται μόνιμα και να θυμώνουν. Η παγίδα τους είναι η διαρκής ετοιμότητά τους σε ενδεχόμενες καταστάσεις που θα τους  απειλήσουν. Αυτή η ετοιμότητα μεταμορφώνει αυτόματα τον θυμό στην κυρίαρχη ή και στην μοναδική συναισθηματική τους έκφραση.
  • Οι ρομαντικοί, πολλοί ιδεολόγοι, οι φανατικοί υπερασπιστές κοινωνικών και πολιτικών ιδεών βλέπουν τη ζωή ωσάν η αδικία να μοιάζει πανταχού παρούσα. Γι αυτούς η δικαιοσύνη και το γενικό καλό αργούν να επικρατήσουν (δεν θα προλάβουν στη ζωή τους να ζήσουν στην ιδανική τους πολιτεία). Έτσι, γι αυτούς ο θυμός είναι η μόνιμη συναισθηματική τους διέξοδος, απαραίτητη για να τροφοδοτεί την πάλη τους ενάντια στο κακό.
  • Οι ανυπόμονοι έχουν περισσότερες ευκαιρίες για να θυμώνουν. Δεν τρέχουν όλοι οι συμπορευόμενοί τους με τον ίδιο ρυθμό. Στις συζητήσεις δυσκολεύονται να περιμένουν τους άλλους να τελειώσουν αυτό που λένε. Ακόμα και όταν αφήσουν τον άλλον να μιλήσει, μπορεί στην πραγματικότητα να μην ακούνε αλλά να προσποιούνται ότι προσέχουν.
  • Οι μνησίκακοι - εκείνοι που δεν ξεχνούν όλα τα άσχημα που έπαθαν στη ζωή τους, θα ξαναθυμώσουν κάποτε με ό,τι και με όποιον τους τα θυμίσει ή τα προκαλέσει ξανά έντονα, αφού συνεχίζουν να “ξαναζούν” τη δυσφορία, τον πόνο και τον θυμό, κάθε φορά που θυμούνται το κακό που κάποτε έπαθαν είτε στις πραγματικές του διαστάσεις είτε όπως εκείνοι υποκειμενικά το αντιλαμβάνονται.
  • Οι ψυχροί άνθρωποι, εκείνοι που έχουν την τάση να μην είναι συγκαταβατικοί ή να μη συμπάσχουν, καθώς και εκείνοι που ευχαριστιούνται με τις δυστυχίες των άλλων, βρίσκουν κι αυτοί πολύ εύκολα τις δικές τους ευκαιρίες να βιώσουν τον θυμό, ιδιαίτερα όταν “τα πρέπει” και οι κανόνες της κοινωνίας τους επιβάλουν να δείξουν τη συμπόνια τους.
  • Οι εγωκεντρικοί, οι νάρκισσοι, οι άνθρωποι που αδυνατούν να είναι αντικειμενικοί θυμώνουν πιο εύκολα, και ιδιαίτερα κάθε φορά που οι άλλοι δεν περιστρέφονται γύρω τους ή δεν πάνε με τα νερά τους.
  • Οι ύπουλοι από αδυναμία δεν εξωτερικεύουν φανερά ή αρκετά φανερά τον θυμό τους αλλά στήνουν παγίδες στους άλλους για να ικανοποιηθούν.
  • Οι υπομονετικοί από την φύση τους, όταν δεν έχουν αναπτύξει επαρκείς αντιστάσεις για να προασπίζουν τον εαυτό τους, μαζεύουν μέσα τους θυμούς επί χρόνια και χρόνια. Στο τέλος θεωρούν τον εαυτό τους θύμα των άλλων και ξεχειλίζουν από γενική πίκρα ανάμεικτη με θυμό.
  • Ανάμεσα στους ήπιους χαρακτήρες, τους ανθρώπους χαμηλών τόνων όμως θα βρούμε και κάποιους που θυμώνουν σπάνια και ποτέ χωρίς έναν πάρα πολύ σημαντικό λόγο. Μερικοί από αυτούς θυμώνουν τόσο σπάνια λες και το κάνουν για να συντηρούν μια στωική ή μια ηρωική εικόνα για τον εαυτό τους. Οι υπόλοιποι θυμώνουν σπάνια και αρκετά δικαιολογημένα διότι κατάφεραν να παραμένουν συμπονετικοί και να έρχονται στην θέση του άλλου.
Ο καθένας σας καθώς μελετάει τα πιο πάνω θα μπορέσει να βρει και άλλες περιπτώσεις που λείπουν από αυτόν τον κατάλογο και μπορεί να τις βάλει κάτω από τις πιο ταιριαστές (παρόμοιες, σχετικές) με τις πιο πάνω.
Οι “θυμωμένοι άνθρωποι”
Μια άλλη ταξινόμηση θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:
Όλοι έχουμε δει ότι θυμωμένοι είναι οι άνθρωποι που…

  • έχουν την τάση να απαιτούν παρά να ζητούν (δικαιοσύνη, αποδοχή συμφωνία, τη θέληση του άλλου για να κάνουν τα πράγματα με τον δικό τους τρόπο) και όταν οι απαιτήσεις τους δεν ικανοποιούνται, τότε η απογοήτευσή τους γίνεται θυμός.
  • έχουν την αδικαιολόγητη απαίτηση να μαντεύουμε εμείς τις επιθυμίες τους, τις προτιμήσεις τους και τις προσδοκίες που έχουν από εμάς και απογοητεύονται όταν εμείς δεν τις μαντεύουμε.
  • εκφράζουν πιο ελεύθερα τον θυμό τους απέναντι σε αυτούς που νιώθουν οικειότητα – ωσάν οι οικείοι τους να τους έχουν παραχωρήσει αυτό το δικαίωμα ή ωσάν να το έχουν καταχτήσει από εκείνους ή ωσάν να είναι αυτό το δικαίωμα φυσικό επακόλουθο σε μια στενή σχέση.
  • έχουν την τάση να βρίζουν εύκολα, να καταριούνται και γενικότερα να μιλάνε πολύ έντονα, γεγονός που αντικατοπτρίζει τον ταραγμένο εσωτερικό τους κόσμο ή την εσωτερική τους κατάσταση εκείνη τη στιγμή.
  • έχουν την τάση να κάνουν αλόγιστη χρήση λέξεων γενίκευσης, όπως «ποτέ» ή «πάντα» όταν κατηγορούν τους άλλους π.χ. “πάντα λάθος το κάνεις”, “ποτέ δεν με καταλαβαίνεις”.
  • έχουν την τάση να βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα, να ενεργούν πάνω σε αυτά και κάποια από αυτά να είναι τελικά ανακριβή.
  • νομίζουν πως με τον θυμό θα ελέγξουν τον άλλον (θα τον τρομάξουν) αλλά μόλις θυμώσουν νιώθουν πως χάνουν τον έλεγχο που επιδίωκαν, αυτό αμέσως τους φοβίζει και τον φόβο αυτό τον επικαλύπτουν δίνοντας περισσότερη ένταση στον θυμό τους και έτσι πέφτουν σε έναν φαύλο κύκλο που ανακυκλώνει τον θυμό τους.
  • είναι καυγατζήδες και το ξέρουν, παρόλο που καταστρέφουν τις οικογένειες και τις φιλίες τους. Οι καυγάδες όμως είναι κύριο γνώρισμά τους. Δεν μπορούν να σταματήσουν να καυγαδίζουν.
  Ο καθένας σας καθώς μελετάει τα πιο πάνω θα μπορέσει να βρει και άλλες περιπτώσεις που λείπουν και από αυτόν τον κατάλογο και μπορεί να τις βάλει κάτω από τις πιο ταιριαστές (παρόμοιες, σχετικές) με τις πιο πάνω.
Θα τελειώσω εδώ όλη αυτήν τη διερεύνηση για τον θυμό, παραθέτοντας μια μικρή συλλογή που έκανα με σχετικά γνωμικά και αποφθέγματα φιλοσόφων και σημαντικών ιστορικών ηγετικών προσώπων.

  • είναι χαρακτηριστικό του μυαλωμένου ανθρώπου να μένει μακριά από έχθρα και οργή – Πλούταρχος.
  • η ντροπή ωφελεί τους ανθρώπους περισσότερο από το θυμό – Ευριπίδης
  • Ο καθένας μπορεί να θυμώσει, είναι εύκολο. Αλλά να θυμώσεις με το σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό, για το σωστό λόγο, τη σωστή στιγμή και με το σωστό τρόπο, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. – Αριστοτέλης
  • Ο θυμός και η έλλειψη ανοχής είναι εχθροί της ορθής κρίσης. – Μαχάτμα Γκάντι
  • Το να είσαι θυμωμένος σημαίνει να εκδικείσαι τον εαυτό σου για τα λάθη των άλλων. - Alexander Pope, 1688-1744, Βρετανός ποιητής
  • Πολλοί χάνουν την ψυχραιμία τους μόνο και μόνο επειδή εσύ δεν χάνεις τη δική σου. - Frank Moore Colby, 1865-1925, Αμερικανός συγγραφέας
  • Η οξύθυμη διάθεση είναι ένα μαχαίρι που το κρατάμε από τη λάμα. James Barrie, 1860-1937, Άγγλος συγγραφέας
 Και μερικές παροιμίες.

  • Του θυμού ο γιατρός είναι ο λόγος ο καλός.
  • Όποιος αρχίζει με θυμό, τελειώνει με ντροπή.
  • Όταν χτυπιούνται δυο σταμνιά, ένα απ’ τα δυο θα σπάσει.
  • Συγκράτα τα γινάτια σου, να μην σου βγουν τα μάτια σου.
  • Αν είναι να θυμώσεις, θύμωσε …αύριο.
  • Όταν το πρόβατο θυμώνει, είναι χειρότερο από λύκος. - Γαλλική παροιμία
 


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

ΑΜΑ ΕΧΕΙΣ ΧΡΗΜΑ, ΤΑ ΕΧΕΙΣ ΟΛΑ ?



“Άμα έχεις χρήμα, τα έχεις όλα”.
Ακούω τη φράση από έναν αλλοδαπό κρατούμενο των φυλακών Κορυδαλλού. Εξομολογείται σε μια μεσημεριανή εκπομπή στην τηλεόραση. Είναι Κυριακή 14 Ιουνίου 2015.
Οι ειδήσεις αυτές τις ημέρες είναι επικεντρωμένες στις εξελίξεις για τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας (δεν μπορώ να τους αποκαλώ πλέον “εταίρους”). Οι ειδήσεις από την μεριά των δανειστών είναι μάλλον απαισιόδοξες και από τη μεριά της κυβέρνησης μάλλον αισιόδοξες.
Ακόμη τώρα πιστεύω, όπως οι περισσότεροι Έλληνες, ότι οι δανειστές μας μάλλον δεν θα μας σπρώξουν στον γκρεμό. Γι αυτό και η συμπεριφορά μου και η όλη στάση μου είναι στάση αναμονής, όπως η στάση και η συμπεριφορά της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών.
Πλανόμαστε ή δεν μασάμε από απειλές;  Ζούμε ακόμη στις συλλογικές φαντασιώσεις μας όπως διατείνονται κάποιοι διανοούμενοι, όπως ο Στέλιος Ράμφος, ή έχουμε ένα οξύ συλλογικό πολιτικό κριτήριο, σαν πλεονέκτημα που λίγοι λαοί διαθέτουν, το οποίο αναπτυγμένο μέσα από τραγωδίες και προδοσίες, μας οδηγεί να κρίνουμε τις καταστάσεις με τόλμη μέχρι τα ακραία όρια των συνεπειών;
Τις μέρες που θα κυκλοφορεί αυτό το φύλλο ίσως η διαπραγμάτευση να έχει κλείσει – τουλάχιστον σαν μια προσυμφωνία, παραπέμποντας σε μια μακρά διαδικασία προς μια τελική επώδυνη συμφωνία. Μπορεί βέβαια και να έχει συμβεί μια εικονική σύγκρουση, μια δήθεν “έξοδος”.
Εδώ που έφτασαν τα πράγματα, δεν αρκούν οι συνήθεις πρακτικές και εκβιαστικές τακτικές των σκληρών διαπραγματεύσεων, του τύπου: “Αν εσείς τολμήσετε να μας … τότε και εμείς θα …”. Τα χρησιμοποίησε η Ελληνική Κυβέρνηση, τα χρησιμοποίησαν και οι δανειστές και ακόμη άκρη δεν βγαίνει. Ίσως λοιπόν να κάνουν και οι δύο πλευρές μια δοκιμή. Ίσως να δοκιμάσουν εμάς τους πολίτες, εμάς τον λαό. Ίσως μας καλέσουν να πάρουμε μέρος στην τελική διαπραγμάτευση, δοκιμάζοντάς μας, πώς θα αντιδράσουμε μέσα από μια “εικονική έξοδο” από την ευρωζώνη – κάτι σαν μέσα αλλά και έξω, έξω αλλά και μέσα. Έχουν όλοι έξυπνους τρόπους να το κάνουν, ώστε να μην διαταραχτούν οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί στην ευρύτερη περιοχή μας.

Αυτήν τη δεύτερη εκδοχή της προσωρινής εικονικής εξόδου, για να αποφανθεί ο λαός μας, προσωπικά την απεύχομαι αλλά όχι επειδή δεν εμπιστεύομαι λύσεις που τις δίνει απ’ ευθείας ο Ελληνικός λαός. Τουναντίον. Πιστεύω ότι όλες οι λύσεις ακόμη και οι χειρότερες μπορούν να είναι λύσεις και διέξοδοι μόνον με τη συμμετοχή της πλειοψηφίας του λαού μας.
Μια λύση, μια συμφωνία δεν είναι μια στιγμή απόφασης. Είναι κυρίως μια προοπτική με βάθος χρόνου που μόνον η συλλογική αυτοεκτίμηση μπορεί να την μετατρέψει σε ΑΝΑΚΑΜΨΗ στον δρόμο για την ανάπτυξη και κάποια στιγμή ίσως και στην ευημερία. Η συλλογική αυτοεκτίμηση του λαού μας αυτήν τη στιγμή είναι όμως πληγωμένη μέσα από μια μακρά προπαγανδιστική καταιγίδα των νεοφιλελεύθερων κύκλων που συνοψίζεται στο περιβόητο “Μαζί τα φάγαμε”.
Πες πες κοντεύει να περάσει στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, ότι εμείς οι πολίτες φταίμε. Αυτό το συλλογικό υποσυνείδητο είναι που αντέδρασε εξάλλου στις τελευταίες εκλογές και οδήγησε τη μεγάλη δημοκρατική και πατριωτική πλειοψηφία να τιμωρήσει τους πολιτικούς εκπροσώπους αυτής της άδικης για τον λαό μας προπαγάνδας. Μια ολόκληρη κοινωνική τάξη, η μικροαστική εξουθενώθηκε για να τρομάξει και να υποταχτεί η άλλη τάξη, η πιο μαχητική, η εργατική τάξη. Αυτός ήταν ο στόχος: η υποταγή της εργατικής τάξης για να δεχτεί το πισωγύρισμα των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων στον μεσαίωνα. Τελευταία κάποιοι από τους δανειστές το είπαν ξεκάθαρα: “είστε Βαλκάνια, τέτοιες πρέπει να είναι και οι εργασιακές σχέσεις και οι μισθοί σας και οι συντάξεις σας”.
Και συνέβη πριν από πέντε μήνες αυτό που δεν ποντάρισαν οι σχεδιαστές αυτού του στόχου και οι προπαγανδιστές τους. Η τιμωρία τους, μια σκληρή αντεκδίκηση δεν ήλθε από την εργατική τάξη αλλά από την πάντοτε ως χθες φιλήσυχη και άτολμη μικροαστική τάξη.  Αυτή με τόλμη μετακινήθηκε προς την επιλογή ενός κόμματος που η πραγματική οργανωμένη βάση του και σήμερα παραμένει αυτή που ήταν και τότε που είχε το ποσοστό του 4%. Και η αντεκδίκηση συνεχίζεται αφού η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝ.ΕΛ. στηρίζεται με εντυπωσιακά ποσοστά ευρύτερα αυτών που συγκέντρωσαν στις εκλογές.

Πιθανότερη λοιπόν βλέπω την περισσότερο  συμβιβαστική λύση μιας μικρής προσυμφωνίας, που θα σώζει προσωρινά τα προσχήματα για τους σκληρούς δανειστές, παραπέμποντας σε μια μακρά διαδικασία προς μια τελική επώδυνη συμφωνία, που θα αφήνει - ευτυχώς για όλους -  αδιατάρακτες τις γεωπολιτικές ισορροπίες της ανατολικής Μεσογείου, που θα υπόσχεται στο βάθος ανάπτυξη, ζητώντας μας λίγο ακόμη υπομονή, που θα αφήνει ανοιχτά τα ζητούμενα των εργασιακών σχέσεων, μέχρι να κριθούν οι άλλες μεγάλες μάχες της Ευρώπης που έρχονται τους επόμενους μήνες: η διάσωση της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Τραπεζών τους οι εκλογές στην Ισπανία και άλλες.
Ξαναγυρίζω στη συνέντευξη της μεσημεριανής εκπομπής που ανέφερα στην αρχή. Ο αλλοδαπός κρατούμενος δεν έλεγε πως πιστεύει και σήμερα στο “Άμα έχεις χρήμα, τα έχεις όλα”. Έλεγε πως αυτό πίστευε κάποτε και αυτό το πιστεύω του, μεταξύ άλλων αιτιών, τον οδήγησε σε μια παραβατική δραστηριότητα με κατάληξη την φυλακή. Σήμερα όμως, παρακολουθώντας το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας μέσα στις φυλακές, συνειδητοποιεί την άλλοτε αυταπάτη του, μέσα από την ευεργετική επίδραση της παιδείας που του είχε λείψει.
Ένας ανθρωπάκος είναι και αυτός χωρίς παιδεία και βασικές ηθικές και κοινωνικές αρχές και αξίες, όπως χιλιάδες άλλοι μέσα και έξω από τις φυλακές. Μετρημένοι όμως στα δάχτυλα των χεριών οι επώνυμοι και άλλοτε κραταιοί, που έδρασαν με το ίδιο δόγμα του χρήματος και βρίσκονται σήμερα στις φυλακές. Αυτοί που χωρίς ντροπή απαιτούσαν και έπαιρναν το όχι ευκαταφρόνητο “κάτι τις τους” για να κλείνουν επαχθείς συμφωνίες οικονομικών κολοσσών με το ελληνικό κράτος. Οι συνένοχοι καλούνται ως μάρτυρες για να πουν πώς δεν γνώριζαν.
Κανείς δεν δέχεται να δώσει βάσει στους ισχυρισμούς των συνενόχων και να πιστέψει πως δεν έβλεπαν, δεν άκουγαν, δεν ήξεραν. Στο ίδιο περιβάλλον των συνενόχων εξάλλου χρεώνεται ηθικά από τον εξαπατημένο λαό και η μεγάλη απάτη του χρηματιστηρίου, που εξανέμισε οικονομίες και ιδρώτα που αποταμίευαν ακόμη και μεροκαματιάρηδες και μικροσυναταξιούχοι.

“Άμα έχεις χρήμα, τα έχεις όλα”.
Τελικά πόσο επηρεάζει τον καθένα μας αυτό το πανάρχαιο δόγμα; Πόσο επηρεάζει τη σημερινή μας κατάσταση και την ιδεολογία των ισχυρών δανειστών μας;
Είναι βέβαιο, λένε πολλοί, πως “άμα έχει χρήμα, τότε έχει δύναμη”. Αυτό όμως είναι ένα άλλο παραπλήσιο δόγμα. Διότι αν συμπληρωθεί με ένα ακόμη δόγμα που λέει “άμα έχεις δύναμη, τα έχεις όλα”, μόνον τότε οδηγεί στο “άμα έχει χρήμα, τα έχεις όλα”.
Αυτή η συλλογιστική διεργασία, η κατά τα άλλα εντός των πλαισίων της τυπικής λογικής, είναι παραπλανητική.
Η δύναμη του χρήματος.
Είναι δύναμη κοινωνική, πολιτική, ηθική; Για ποιους ιδιοτελείς σκοπούς είναι ελεύθερος να την χρησιμοποιεί αυτός που την κατέχει; Ποιο θεσμικό πλαίσιο, ποιας κοινωνικής οργάνωσης του επιτρέπει να την μετατρέπει από οικονομική δύναμη σε πολιτική, κοινωνική ή και ηθική δύναμη; Είναι από μόνη της αυτή η δύναμη του χρήματος που του δίνει την ελευθερία να την μετατρέπει σε πολιτική, κοινωνική και ηθική ή μήπως είναι στην πραγματικότητα το θεσμικό πλαίσιο μιας κολοβωμένης δημοκρατίας που του δίνει την ελευθερία αυτή;
Ζούμε σήμερα παγκοσμίως τη μετατροπή της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε μια δημοκρατία έκτρωμα, τη “δημοκρατία των αγορών”. Δεν είναι ο “δήμος, ο λαός” που “κρατεί”, που έχει την εξουσία, τη δύναμη δηλαδή των αποφάσεων για τα κοινά ζητήματα, για το κοινό όφελος των πολλών. Ούτε είναι απλά το όποιο χρήμα που κατέχει τη δύναμη όπως παλιά. Σήμερα είναι το υπερσυσσωρευμένο χρήμα στα χέρια ολίγων, που έχουν τη δύναμη των αποφάσεων.
Έχει όμως ακόμη το χρήμα την παλιά του αίγλη. Υπάρχει ακόμη μια πλατιά διαδεδομένη αυταπάτη ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, που πιστεύουν ότι με το χρήμα κανείς τα έχει όλα. Όλα; Από πού αρχίζει και πού τελειώνει αυτό το “όλα”; Τι είναι επιτρεπτό και τι όχι σε όποιον ορέγεται ή απολαμβάνει τη δύναμη του χρήματος;
Είναι επιτρεπτό να υποθηκεύεται το μέλλον του πλανήτη; Είναι επιτρεπτό να μετατρέπονται ξανά σε δούλους ολόκληροι λαοί μέσα από την υπερχρέωση και την οικονομική εξάρτηση; Είναι επιτρεπτό να διεγείρονται πολεμικές συγκρούσεις και σφαγές αμάχων για την επικράτηση συνθηκών που ευνοούν τη διαρκή συσσώρευση του χρήματος στα χέρια ολίγων; Είναι επιτρεπτό να δωροδοκούνται κυβερνητικά στελέχη για να διευκολύνουν ληστρικές συμβάσεις κρατών με ολιγάρχες;  Είναι επιτρεπτό να αφαιμάζονται οι μικροί και μικρομεσαίοι μέσω των χρηματιστηριακών και τραπεζικών ελευθεριών; Είναι επιτρεπτό να υποχωρεί η εθνική και λαϊκή κυριαρχία ακόμη και η ελεύθερη έκφραση των λαών, για να διευκολύνεται ο περαιτέρω πολλαπλασιασμός της οικονομικής δύναμης των ολιγαρχών;
Μάλλον είναι επιτρεπτό, αφού συμβαίνει, αλλά το θέμα είναι πώς εμείς οι πολίτες δεν το βλέπουμε και το επιτρέπουμε ακόμη.

Αυτό είναι το “μεγάλο ΟΛΑ” δηλαδή η απληστία των μεγάλων και ισχυρών αλλά υπάρχει και το “μικρό ΟΛΑ”, η αυταπάτη των μικρομεσαίων και των αδύναμων. Υπάρχουν κάποιες χρονικές περίοδοι σε κάποιες περιοχές του κόσμου, πότε εδώ και πότε εκεί, που τα πράγματα κυλάνε ειρηνικά και ήσυχα, που επικρατεί μια ευημερούσα αισιοδοξία, που ο μικρός τρέφεται καλά και έχει εργασία και κάνει όνειρα για τα παιδιά του, που λίγοι μικροί καταφέρνουν και γίνονται μεσαίοι και κάποιοι μεσαίοι γίνονται λίγο πιο πλούσιοι, που η χώρα τους μοιάζει να είναι περήφανη και ανεξάρτητη.
Σε τέτοιες περιόδους οι άνθρωποι θέλουν πάντοτε να ξεχνούν τι προηγήθηκε. Θέλουν να ξεχνούν τον πόλεμο, την αρπαγή και την εξαθλίωση της προηγούμενης περιόδου. Ξεχνούν όμως και τους κατά βάθος υπαίτιους. Κυρίως τότε μέσα στη σχετική ευμάρεια θέλουν να πιστεύουν στο ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ για την καταστροφή που έζησαν και να θεωρούν πως η ειρηνική ζωή θα έχει διάρκεια για πάντα. Και καλά κάνουν ως ένα βαθμό αλλά τότε αρχίζουν όλοι μαζί να πιστεύουν στο ΟΛΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. Τότε και ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του λαού αυτού, μπορεί να πέσουν όλοι μαζί θύματα του “εισαγόμενου καταναλωτισμού” και να χαλαρώσουν την ένταση των προσπαθειών τους για δημιουργία περισσότερου κοινωφελούς πλούτου, περισσότερης δημοκρατίας και αναδιανομής του πλούτου. Τότε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν κάποια γεράκια, που βασιλεύουν μέσα από τη λαϊκή λήθη, υφαρπάζουν τον πλούτο του λαού και φτου κι απ την αρχή για όλους.
Οι λαοί των δανειστών μας ζουν ακόμη την αυταπάτη τους και λοιδωρούν εμάς που ζούμε τώρα την αποκάλυψη της δική μας.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΕΞΟΥΜΕ.
ΚΑΙ ΘΑ ΑΝΤΕΞΟΥΜΕ
Εύχομαι πάνω απ’ όλα να μείνουμε μονιασμένοι.

ΙΟΥΝΙΟΣ 2015
ΝΙΚΟΣ Γ. ΝΗΜΑΣ