Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.

Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.
Να μικρύνουμε τις αποστάσεις, να φτιάξουμε γειτονιές διαδικτυακές, να ακούσουμε τον θόρυβο του διπλανού, τον αναστεναγμό και το τραγούδι του,
το γέλιο του και την κραυγή του.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΕΛΕΥΣΙΝΑ: τόπος του μόχθου και των ονείρων.



Ελευσίνα 1921 - 1922.
Την Ελευσίνα την είχε λίγο ακουστά από παλιά η Δημητρούλα, μα πριν φτάσουν εδώ ο Νίκος της είχε πει τόσα, που όταν έφτασαν με τα μπογαλάκια τους φορτωμένα στο φορτηγό ένα απόγευμα, εκείνη αναγνώρισε τα πάντα. Μια γειτόνισσα τους υποδέχτηκε με καλωσορίσματα και προσφέρθηκε να πάρει το μωρό στην αγκαλιά της, καθώς η Δημητρούλα κι ο Νίκος ξεφόρτωναν τα πράγματά τους. Η μέρα ήταν ακόμη λουσμένη στο φως κι η αύρα της θάλασσας ερχόταν κύματα κύματα ως εκεί. Πρώτη φορά η Δημητρούλα μύριζε τη θάλασσα. Έριξε μια γρήγορη ματιά κατά κει στον ανοιχτό ορίζοντα με τις κορυφογραμμές της Σαλαμίνας να αγκαλιάζουν τον κόλπο κι ένιωσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας, που αναστέναξε με ανακούφιση.
Τα σπίτια, μονά δωμάτια δηλαδή κολλητά το ένα στο άλλο, ήσαν χτισμένα για τους εργάτες ακριβώς δίπλα στα εργοστάσια, στους πρόποδες του λόφου με τα αρχαία στην πλευρά προς την ακτή. Δεν είχαν κουζίνα και καμπινέ. Το μαγείρεμα στην αυλή, κι οι καμπινέδες κοινοί για όλους. Στο χωριό της δεν ήταν και πολύ καλύτερα βέβαια, αλλά μαθημένη αλλιώς τόσα χρόνια υπηρέτρια στα πλούσια σπίτια του καθηγητή Ιατρικής και του στρατηγού, ένιωσε πάλι ένα σφίξιμο μέσα της, όπως τότε στο πρώτο φτωχικό τους, νιόπαντροι στο Κουκάκι. Αλλιώς, καλύτερα ήθελε να στήσει το νοικοκυριό της.
Πέρασαν λίγες εβδομάδες και ένα απόγευμα περίμενε τον Νίκο να επιστρέψει, αποφασισμένη να τον καταφέρει να συμφωνήσει επιτέλους κι εκείνος στην ιδέα της. Να βγάλουν τα χρήματα από την Τράπεζα και να αγοράσουν εδώ στην Ελευσίνα ένα σπίτι ή ένα οικόπεδο για να χτίσουν, να έχουν δικό τους κεραμίδι με κουζίνα και καμπινέ. Αφού πια είχε στεριώσει σαν οδηγός φορτηγού του Ελαιουργείου – Σαπωνοποιείου και τον αγαπούσαν και τον εμπιστευόντουσαν, δεν είχαν να φοβούνται. Αφού η Ελευσίνα ήταν τόσο όμορφη και μπορούσε να τους προσφέρει όλα όσα χρειάζονταν για το μεγάλωμα της οικογένειας, θα έμεναν εδώ.
Αφού πάλι, σε αυτά τα σπίτια δεν θα μπορούσαν να έχουν όσα εκείνη θα μπορούσε να κάνει για την καθαριότητα και την φροντίδα όλων τους και προ πάντων του παιδιού τους ή για να χωρέσουν κι άλλα παιδιά. Αφού το ένα, αφού το άλλο, τα είχε σκεφτεί όλα η Δημητρούλα, τα είχε βάλει στη σειρά καλοδεμένα τα επιχειρήματά της. Είχε σκεφτεί και τον τρόπο που θα του τα έλεγε. Βιαζόταν να βάλει μπροστά το σχέδιό της και τον περίμενε.
Ο Νίκος την άκουσε προσεχτικά, αν και κάπως κουρασμένος και άκεφος. Είχε κάνει δύο δρομολόγια με σαπούνια σήμερα με το φορτηγό, Ελευσίνα – Αθήνα και Ελευσίνα – Πειραιά. Η απάντησή του όμως ήταν κοφτή, τελεσίδικη.
- Κι αν κάποια μέρα με σχολάσουν; ποιος ξέρει τι μας ξημερώνει … Θα σηκωθούμε να πάμε στο χωριό μου στη Θεσσαλία να ζήσουμε. Τι θα το κάνουμε μετά το σπίτι; Αν δεν μπορέσουμε να πιάσουμε τα λεφτά του πουλώντας το; Άσε τα εκεί που βρίσκονται τα λεφτά και θα δούμε. Έχουμε πόλεμο και ταραχές. Οι κυβερνήσεις αλλάζουνε η μια μετά την άλλη. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει.
Αποκαρδιωμένη εκείνη δεν μίλησε. Να πάνε στο χωριό του; . . . Δεν το είχε ξαναπεί και την αιφνιδίασε. Για την Αμερική τον είχε ακούσει συχνά να μιλάει και υποψιαζόταν τη νοσταλγία του και τα ανεκπλήρωτα όνειρά του, μα δεν είχε πει ποτέ κάτι για επιστροφή ούτε στην Αμερική όπου δούλεψε σαν παιδί αλλά ούτε και στο χωριό του. Προτίμησε να μην τον κοντράρει και γίνει η διαφωνία τους οριστική. Σίγουρα εκείνος ήξερε πιο πολλά για την κατάσταση γύρω τους αλλά εκείνη θα ξαναπροσπαθούσε μιαν άλλη φορά βρίσκοντας και κάποια καλή αφορμή. Για να μην φανεί όμως ότι εγκαταλείπει το όνειρό της και ότι συμφωνεί ολότελα μαζί του, επανέλαβε διπλωματικά τα λόγια του:
- Καλά θα δούμε . . .
Την άλλη μέρα η Δημητρούλα τακτοποίησε σε μια γωνιά της ψυχής της το μεγάλο όνειρό της για δικό τους σπίτι και ανασκουμπώθηκε στη δουλειά. Τους έλειπαν αρκετά απαραίτητα ακόμη κι έπρεπε να κάνει κουμάντο να τα αποκτήσουν λίγα λίγα με τη σειρά. Ρούχα, στρωσίδια, λίγα κουζινικά ακόμη, μωρουδιακά, ένα φανάρι για τα τρόφιμα. Θα έκανε προς το παρόν, πιο μικρά και προσγειωμένα όνειρα.
Ένιωθε πως αυτός ο τόπος δίπλα στη θάλασσα με τα τόσα εργοστάσια και τις τόσες ευκαιρίες να ζήσουν και να κάνουν κι άλλα παιδιά, ήταν ο τόπος που η μοίρα της είχε τάξει. Με τίποτε δεν ήθελε να γυρίσει σε χωριό ξανά. Εδώ στην Ελευσίνα ήταν καλά. Δεν ήθελε ούτε την Αθήνα. Οι άνθρωποι εδώ ήταν πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Κάθε πρωί καλημερίζονταν κι αντάλλασσαν λίγες κουβέντες. Οι γειτόνισσες πρόθυμες να βοηθήσουν. Να κρατήσουν το μωρό για να πάει να ψωνίσει, να ανταλλάξουν ένα πιάτο φαγητό που μύρισε, να δώσουν συμβουλές για μια αδιαθεσία του παιδιού.

Ο καιρός περνούσε και η κόρη τους ήταν πανέμορφη. Ο Νίκος κέρδιζε το μεροκάματο και πορευόντουσαν. Δεν μιλούσαν πολύ για σχέδια και όνειρα. Σαν να ήθελαν να χορτάσουν πρώτα τη σιγουριά που τους έδινε αυτός εδώ ο τόπος. Σαν να έπρεπε πρώτα να ριζώσουν εδώ. Και αυτό ίσως ήταν το πιο σημαντικό για δυο ξεριζωμένους από τον δικό τους τόπο, που είχαν για χρόνια στερηθεί τη ζέστη της οικογένειας. Όλα αυτά που συνέβαιναν με τις πολιτικές αναταράξεις και τον πόλεμο στη Μικρά Ασία τους φόβιζαν και τους έδεναν μαζί.
Ανακάλυπταν σιγά σιγά ο ένας τον άλλον. Ο Νίκος έβλεπε να ξεμυτίζει εκείνη η αξόδευτη δύναμη που είχε προαισθανθεί ότι έκρυβε η Δημητρούλα μέσα της. Δεν ήταν πια η υπηρετριούλα που γνώρισε, δεν ήταν πια εκείνο το πούπουλο που το πάει εδώ κι εκεί ο αέρας της ζωής. Την έβλεπε τώρα να μεστώνει σαν ολοκληρωμένη γυναίκα, σύζυγος και μάνα και νοικοκυρά σωστή και ένιωθε πια πως είχε ένα καλό στήριγμα στη ζωή του. Το παιδί τους ένωνε και τους έδινε σκοπό και νόημα. Όλο και πιο αραιά εκείνος θυμόταν τη μακρινή Αμέρικα…
Η Δημητρούλα πάλι εντόπιζε μέρα με τη μέρα τις πλευρές του χαρακτήρα του Νίκου. Ώρες ώρες αποτραβηγμένος δεν ήθελε πολλές κουβέντες. Την έκοφτε τι να σκέφτεται και αν κάτι κρυφό τον βασανίζει. Όσα γίνονταν στη δουλειά του της τα έλεγε και άδειαζε κάθε βράδυ τις σκοτούρες του στην αγκαλιά της. Μα κάτι εκείνη μυριζόταν πως κράταγε για τον εαυτό του. Πλάγια τον ρωτούσε που και που, μα δεν έβγαζε αυτό που θα την έπειθε.
Ο Νίκος ήταν υπερβολικά τίμιος και αξιόπιστος στα θέματα της δουλειάς του, φιλικός και δίκαιος με όλους, και αυτό ήταν κάτι που θαύμαζε σε αυτόν η Δημητρούλα. Ένιωθε πολλές φορές περήφανη γι αυτόν καθώς η μοναξιά της ζωής της μέχρι σήμερα την είχε οδηγήσει να ζυγίζει πρώτα τα ζητήματα ηθικής και φιλανθρωπίας. Την τρόμαζαν καυγάδες και ταραχές που έβλεπε σε άλλες οικογένειες κι ένιωθε πως ο Νίκος αντίθετα με άλλους άντρες της δίνει μια ξεχωριστή σιγουριά.
Βέβαια που και που εκείνη του έκανε και κάποια παράπονα γιατί αργούσε κάποια βράδια. Ο Νίκος δεν μπορούσε χωρίς φιλίες και καλή παρέα. Έτσι ήταν και στην Αμερική της είχε πει. Ξόδευε, αν και άγουρος νέος τότε στην Αμέρικα, μόνον όταν ήταν με παρέες. Δεν λογάριαζε να ξοδέψει αυτός περισσότερο από τους άλλους, αρκεί να είναι ευχαριστημένη η παρέα του και να διασκεδάσουν καλά.
Δεν τον ένοιαζε να αποταμιεύει αν και ο σκοπός που είχαν πάει τότε στην Αμερική, με τον πατέρα του και τον αδελφό του, ήταν η αποταμίευση. Μια μέρα ο πατέρας του απογοητευμένος είπε στον αδελφό του Νίκου, τον Δημήτρη: “Πάμε παιδί μου να φύγουμε, να γυρίσουμε στην Ελλάδα, γιατί με αυτόν εδώ δεν θα κάνουμε προκοπή”. Έφυγαν και έμεινε μόνος του στην Αμερική, μέχρι που ο Νίκος γύρισε στην Ελλάδα για τη στρατιωτική του θητεία.
Η Ελευσίνα είχε πολλά ταβερνάκια και μαγέρικα τότε. Η πελατεία τους ήταν επί το πλείστον οι πολλοί εργένηδες εργάτες από όλα τα μέρη της Ελλάδας, όπως συμβαίνει πάντα στην αρχή που μια βιομηχανική πόλη αναπτύσσεται. Έτσι ήταν και στο Lowell Ma (Λόουελ Μασαχουσέτης) όταν πρωτοπήγαν την πρώτη φορά. Ελάχιστες οι γυναίκες για γάμο εκεί και πλειοψηφία οι εργένηδες. Αργότερα άρχισαν να στέλνουν καραβιές τις νύφες με έτοιμα τα προξενιά από αδέλφια και πατεράδες.
Στα ταβερνάκια της Ελευσίνας λοιπόν ο Νίκος σύχναζε όλο και περισσότερο τα βράδια. Δεν μπορούσε εύκολα να πει όχι στην παρέα. Από μικρός έτσι ήταν. Ό,τι πει και θέλει η παρέα. Έπινε, του άρεσε. Όλοι έπιναν. Πιο πολύ το κρασί και οι μεζέδες παρά τραγούδι και χορός εκείνο τον καιρό. Γύριζε στο σπίτι και μύριζε η κάμαρα κρασί από την πόρτα μόλις έμπαινε. Η Δημητρούλα ανησυχούσε μα σκεφτόταν, όπως όλες τότε, πως άντρας είναι, και θα βγει και θα πιει και δυο ποτήρια. Μόνο που τον έβλεπε κάπως αλλαγμένο σαν επέστρεφε και είχε πιει. Γινόταν πιο απότομος, έχανε εκείνη τη γλύκα το φέρσιμό του. Εκείνη προτιμούσε να τον δει να πέφτει για ύπνο όταν ερχόταν πιωμένος, παρά να βλέπει έναν άλλον Νίκο.
Μια μέρα ήλθε ο Νίκος στο σπίτι και ξεφυσούσε κατασκασμένος. Η Δημητρούλα τον ρώτησε τι συμβαίνει κι εκείνος της είπε πως έγινε υποτίμηση του νομίσματος.
- Δηλαδή τι πάει να πει αυτό; τον ρώτησε.
- Δηλαδή κόψανε το χαρτονόμισμα στα δυο, δηλαδή τα λεφτά στην τράπεζα έχασαν τη μισή αξία τους, είπε εκείνος.
Κεραυνός χτύπησε τη Δημητρούλα. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ψιθύρισε:
- Και στο ‘πα Νίκο μου. Να πάρουμε ένα σπίτι. Τόσα χρόνια, από μικρό κορίτσι δούλευα στα ξένα χέρια. Αυτή ήταν όλη η προίκα μου δουλεμένη από χαράματα μέχρι μεσάνυχτα. Τώρα;
- Εμείς να ‘μαστε καλά και θα τα ξανακάνουμε. Φτάνει να μη γίνει τίποτε χειρότερο με τον πόλεμο και ξανακαλέσουν την κλάση μου στον στρατό, είπε εκείνος.
Να της δώσει κουράγιο ήθελε με εκείνο το “θα τα ξανακάνουμε” και θα το κατάφερνε, μα εκείνο που πρόσθεσε για την επιστράτευση την βύθισε ακόμη περισσότερο στον φόβο. Πήγε να βάλει τα κλάματα, μα σκούπισε τα δάκρυά της αποφασιστικά και είπε μόνον:
- Να μας βοηθήσει η Παναγία.
Ο Νίκος ευχαριστημένος την θαύμασε και την φίλησε. Δεν του άρεσαν τα γυναικεία κλάματα. Είχε ανάγκη να την νιώθει δυνατή δίπλα του.

Δεν πέρασαν τρεις μήνες και κάλεσαν τον Νίκο στον στρατό. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε συγκεντρώσει πολύ στρατό και νικούσε. Ευτυχώς λόγω της προϋπηρεσίας του Νίκου σαν οδηγός τότε του στρατηγού, δεν τον έστειλαν στο μέτωπο κι έμεινε σαν οδηγός εδώ στην Αθήνα στο επιτελείο. Όμως η Δημητρούλα τώρα ήταν μόνη και παρ’ όλο που ο Νίκος είχε σπάνιες άδειες και ερχόταν καμιά φορά στο σπίτι, η οικονομική τους κατάσταση είχε δυσκολέψει και με το ζόρι τα έβγαζε πέρα για να ταΐζει το παιδί. Έψαχνε για μια δουλειά που να κάνει στο σπίτι και να μην αφήνει μόνο του το παιδί. Μια γειτόνισσα της έριξε την ιδέα.
- Είσαι νέα, καπάτσα και πολύ δυνατή. Μπορείς να πλένεις, να μπαλώνεις και να σιδερώνεις τα ρούχα των εργατών που είναι ανύπαντροι. Ξέρω μερικούς που τα δίνουν εδώ κι εκεί. Μπορείς να βγάζεις αρκετά χρήματα. Όσα αντέχεις.
Δεν είχε άλλη επιλογή. Πλύσιμο, σιδέρωμα, μπάλωμα, σαν υπηρέτρια τόσα χρόνια τα κατάφερνε τέλεια. Άρχισε λοιπόν να εργάζεται στο σπίτι και σε λίγες βδομάδες, βοηθώντας και κάποιοι εργένηδες συνάδελφοι του Νίκου στο εργοστάσιο, απέκτησε πελατεία και έβγαζε όσα χρειαζόταν για να μην πεινάνε αυτή και το παιδί. Δούλευε όλη τη μέρα στη σκάφη και στο σιδέρωμα μέχρι αργά το βράδυ κατάκοπη, μα την επομένη ξεκινούσε πάλι ξεκούραστη και κεφάτη.
Τώρα η καθημερινή απουσία του Νίκου γινόταν πιο υποφερτή και η κάμαρά της γέμιζε φως τις λίγες φορές τον μήνα που εκείνος ερχόταν ξαφνικά με άδεια από την Αθήνα. Της έλειπε και του έλειπε και η αγάπη τους είχε δυναμώσει με τον χωρισμό. Στο κρεβάτι σαν έπεφταν, το ερωτικό τους αγκάλιασμα είχε γίνει συναρπαστικό και για τους δύο. Ώσπου μια μέρα η Δημητρούλα πανικόβλητη κατάλαβε πως μάλλον είναι πάλι έγκυος. Η γειτόνισσα, που το ‘μαθε πρώτη, της έδωσε κουράγιο μα εκείνη με αγωνία περίμενε τον Νίκο να έλθει.
-  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -  -
Στον τόπο αυτό έμελλε να κάνουν κι άλλα παιδιά, που όλα τους δούλεψαν – αγόρια και κορίτσια – στις φάμπρικες της Ελευσίνας. Η μοίρα τους επεφύλαξε πολλά άσχημα σενάρια κι Δήμητρα την αντιμετώπισε με περηφάνια.
Η συνέχεια στο βιβλίο μου με τίτλο:
Το Όνειρο και το Χρέος
- - - - - - - - - - - - - - -

Κάθε τόπος έχει μια ιστορία, που εκτός από τα μεγάλα γεγονότα, την αποτελούν στο βάθος οι μικρές μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων της και των οικογενειών της.
Με αφορμή την υποψηφιότητα της Ελευσίνας για Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2021, καταθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το μεγάλο αφήγημα που δουλεύω τον τελευταίο καιρό, το οποίο ανασυνθέτει τις προγονικές μου ιστορίες και φωτίζει συν τοις άλλοις την Ελευσίνα των πρώτων πενήντα χρόνων του εικοστού αιώνα.

  Ν.Ν. 11-07-2016

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Πώς μας πλήττουν οι κεραυνοί.


Στις πυκνοκατοικημένες περιοχές έστω και αν τα κτίριά μας δεν βρίσκονται σε ύψωμα, έστω και αν οι κεραυνοί δεν πέσουν επάνω στα κτίριά μας, οι ζημιές από κεραυνούς είναι πολλές και αρκετά σοβαρές.
Στις πιο κάτω εικόνες από ένα τεχνικό φυλλάδιο της εταιρείας ηλεκτρολογικού υλικού ΑΒΒ, βλέπουμε τους τέσσερις τρόπους που ένας κεραυνός μπορεί να επηρεάσει επιζήμια την κατοικία μας.
Εικόνα 1.
Στην εικόνα 1. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα στο εξωτερικό Σύστημα Αντικεραυνικής Προστασίας - εν συντομία ΣΑΠ (π.χ. αλεξικέραυνο ή πλέγμα γυμνών μεταλλικών αγωγών) ή απ' ευθείας επάνω στο κτίριο όταν δεν διαθέτει ΣΑΠ.
Όταν το κτίριο διαθέτει ΣΑΠ, μόνον ένα μέρος του ρεύματος του κεραυνού οδεύει προς το έδαφος μέσω των αγωγών καθόδου προς τη γη. Ωστόσο, η υπέρταση μπορεί να επιστρέψει στο κτίριο μέσω του αγωγού γείωσης της ηλεκτρικής εγκατάστασης.
Εικόνα 2
Στην εικόνα 2. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα σε εναέρια ηλεκτρική γραμμή συνδεδεμένη με το κτίριο.
Στην περίπτωση αυτή ο κεραυνός πέφτοντας επάνω στην ηλεκτρική εναέρια γραμμή δημιουργεί κύματα "υπερτάσεων" (δηλαδή πολλών δεκάδων χιλιάδων βολτ) που ταξιδεύουν και φθάνουν μέχρι την ηλεκτρική μας εγκατάσταση μέσω του καλωδίου παροχής.
 Στη διαδρομή τους εξασθενούν βέβαια αλλά όχι τόσο που να είναι ακίνδυνα.
Αυτός ο τύπος άμεσης επίδρασης μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά, ζημιά στην εγκατάσταση και τον εξοπλισμό ή ακόμη και να τραυματίσει ανθρώπους ή ζώα.
Στις πιο πάνω περιπτώσεις 1. και 2. θεωρείται άμεσο το πλήγμα του κεραυνού.


Εικόνα 3.
Στην εικόνα 3. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα κοντά σε κτίριο, στο έδαφος.
Εικόνα 4.
Στην εικόνα 3. βλέπουμε ένα Κεραυνικό πλήγμα κοντά σε εναέρια γραμμή αλλά όχι επάνω της.

Στις πιο πάνω περιπτώσεις 3. και 4. θεωρείται έμμεσο το πλήγμα του κεραυνού.
Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που δημιουργείται από το ρεύμα εκκένωσης του κεραυνού προκαλεί τις λεγόμενες ωμικές και επαγωγικές ζεύξεις δηλαδή και πάλι υπερτάσεις. Ως αποτέλεσμα, οι υπερτάσεις αυτές μπορεί να προκαλέσουν δυσλειτουργία ή ζημιές στην εσωτερική εγκατάσταση ή τον εξοπλισμό, όταν ξεπερνούν την αντοχή των μονώσεων των καλωδίων και των συσκευών.
Εικόνα 5. (από έντυπο της εταιρείας ΕΛΕΜΚΟ)
Στην εικόνα 5. βλέπουμε την καταστροφή ενός ηλεκτρικού πίνακα από την υπέρταση που εισήλθε από το έδαφος μέσα από τη γείωση του πίνακα.
Σε επόμενη ανάρτηση θα δούμε πώς μπορούμε να έχουμε προστασία από όλων των ειδών τα πλήγματα κεραυνών (είτε άμεσα είτε έμμεσα).
Νικόλαος Νημάς - Διπλ.Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ.
02-02-2016