Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.

Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.
Να μικρύνουμε τις αποστάσεις, να φτιάξουμε γειτονιές διαδικτυακές, να ακούσουμε τον θόρυβο του διπλανού, τον αναστεναγμό και το τραγούδι του,
το γέλιο του και την κραυγή του.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Η τελευταία ευκαιρία μας.

Πρωί κινήσαμε παρέα με τον μπάρμπα Θωμά να σημαδέψουμε τις ελιές για το κλάδεμα.
Δικό του ήτανε το χωράφι, χρόνια πολλά το φρόντιζε, το καθάριζε, το φρεζάριζε για να 'ναι το χώμα αφράτο, μάζευε τον καρπό, μπόλιαζε και τα δέντρα ύστερα από καμιά καλοκαιρινή πυρκαγιά που λάχαινε να περάσει από μέσα του, να κάψει τις ελιές και να ξανασκάσουνε αγρέλοι από τα αποκαϊδια. Χρόνια πολλά τον έθρεψε τον Θωμά το χωράφι εκείνο με το λάδι που του 'δινε μα τώρα πια εκείνος γέρασε και δε μπορεί να το 'χει, αγριέψανε τα δέντρα, φουντώσανε και έτσι, μιας και η ελιά θέλει λωλό αφεντικό, όπως λένε στα χωριά μας, το πήρα του λόγου μου για να του πάω παρακάτω το βίο του, μαζί και τον δικό μου.

Πήγαμε λοιπόν σήμερα πρωί πρωί να κάνουμε το σχέδιο. Με κόκκινη μπογιά ανά χείρας σημάδευα τα κλαδιά που μου υποδείκνυε ο Θωμάς πως πρέπει να κλαδέψω. Να καθαρίσω τις ελιές, να τις κάνω νυφούλες, να χαίρεσαι να τις βλέπεις. Να καθαρίσω και τους αγρέλους για να τους μπολιάσουμε παρέα τον Μάρτη, να μαθαίνω. Γυρνούσαμε εδώ κι εκεί και παρακεί και σημαδεύαμε λοιπόν, μπρος ο Θωμάς και από πίσω εγώ να βλέπω και ν' ακούω, μα αντιλήφθηκα άξαφνα πως με κάποια δέντρα που ήτανε καταφανώς μες στο δικό μας κτήμα δεν ασχολιότανε καθόλου, τα προσπερνούσε κι έφευγε δίχως να τα κοιτάζει.

Αυτά δεν είναι δικά μας, μου είπε σαν τον ρώτησα και έμεινα να τον κοιτώ γεμάτος απορία. Είδε τα μάτια μου που είχανε γραμμένο ξεκάθαρα το ερώτημα και μου 'δειξε μια πέτρα. Μια κοτρόνα ήτανε στα ριζά μιας παλιάς ελιάς που έδειχνε τα όρια. Κι άλλη μια στην άλλη άκρη του αγρού. Κι ένας δρυς στην παραπέρα άκρη, εκεί που το σύνορο ήτανε για μένα πια ξεκάθαρο αφού υπήρχε και ξερολιθιά πέρα πέρα να το ορίζει.

Και τίνος είναι οι ελιές που δεν είναι δικές μας, τον ρώτησα.

Αλλονών, απάντησε ξερά, πεθαμένοι είναι πια όλοι. Τα παιδιά, τα εγγόνια τους, τα ανίψια τους, όλοι οι κληρονόμοι δεν έχουνε φανεί ποτές τόσα χρόνια εδώ, ούτε και ξέρουνε τα χωράφια των παππούδων τους.

Δηλαδή περιτριγυριζόμαστε από πεθαμένους, συνέχισα και το μυαλό μου δούλευε προς ύπουλη κατεύθυνση.

Ναι, μου απάντησε το ίδιο ξερά.

Κι άμα πεθάνουμε κι εμείς οι δυο μπάρμπα Θωμά, ποιος θα ξέρει τότε τίνος είναι τα χωράφια και τα δέντρα;

Κανένας. Τώρα μονάχα εγώ τα ξέρω πια, και όχι όλα. Να, έχει ένα χωράφι από κει, που συνορεύει με το δικό μας και δεν ξέρω τίνος είναι. Πενήντα χρόνια δεν έχω δει κανέναν να 'ρθει. Ζούγκλα έγινε.

Και γιατί δεν τις κλαδεύουμε και τις ελιές των πεθαμένων, να τις μπολιάσουμε, να δώσουνε καρπό, βγήκε από μέσα μου τελικά η πονηρή μου σκέψη.

Δεν είναι δικές μας σου λέω. Ποτέ δεν θα αγγίζεις ότι δεν είναι δικό σου, κατάλαβες;

Κατάλαβα, πώς δεν κατάλαβα. Αφού είδα τις δυο πέτρες που ορίζανε τα σύνορα απείραχτες για χρόνια. Ο αφέντης άνθρωπος δεν υπήρχε πια ούτε ως ανάμνηση αλλά τα όρια που είχε συμφωνημένα με τους διπλανούς του μαρτυρούσανε ακόμα πως κάποτε υπήρξε. Κι όσοι απομείνανε πίσω, τον περιμένουνε, δεν αγγίζουνε τίποτα δικό του. Μήπως ξαναϋπάρξει περιμένουνε ή φοβούνται πως όταν σαν θα πάνε κι αυτοί να τον βρούνε κάποτε, θα τους ζητήσει εκεί απάνω την ευθύνη για την κλεψιά.

Δεν ξαναμίλησα. Ακολουθούσα τον Θωμά και σημάδευα με την μπογιά όποιο κλαδί μου έδειχνε πως πρέπει να κοπεί, για να ρθω άλλη μέρα με το αλυσσοπρίονο να κάνω τη δουλειά. Ώσπου φτάσαμε στον δρυ και στην ξερολιθιά που χώριζε το κτήμα μας από του αποθαμένου.

Ο άγραφτος νόμος της αγροτικής ζωής λέει πως ο όποιο χωράφι είναι πιο ψηλά από το άλλο, σ' αυτό ανήκει ο τοίχος, είπε ο Θωμάς και μου τον έδειξε πέρα πέρα με το δάχτυλο.

Κούνησα το κεφάλι μου πως κατάλαβα και χαμογέλασα με ικανοποίηση επειδή ο τοίχος θεωρούνταν δικός μας. Μα πάλι προς το συμφέρον μου τα είχα καταλάβει. Πρώην αστός, μεγαλωμένος μες στην σύγχρονη κοινωνία των συμφερόντων και της ιδιώτευσης. Δεν πρόλαβα να χαρώ όμως για πολύ την ιδιοκτησία μου.

Άμα ο διπλανός σού πει "μάζεψε τον τοίχο σου που γκρέμισε κι έπεσε μες στο χωράφι μου", είσαι υποχρεωμένος δίχως δεύτερη κουβέντα να πας να τον φτιάξεις, συνέχισε το σκεπτικό του ο Θωμάς σαν να μην είχε τελειώσει τα λόγια του τα πρώτερα και έμεινα πάλι ενεός με τη σοφία των παλιών ανθρώπων αλλά κυρίως με τη διαφορά νοοτροπίας μεταξύ εμού και του γηραιού μου φίλου. Μεταξύ των ανθρώπων της γης και των ανθρώπων της πόλης.

Γύρω μας όλοι νεκροί, τα δέντρα τους παρατημένα για μισόν αιώνα και βάλε, παρ' όλα αυτά εγώ, ο νέος αφέντης του χωραφιού, έπαιρνα μαθήματα καλής γειτονίας από τον παλιό, που έλεγε ό,τι είχε να πει για να αποσυρθεί με τη συνείδησή του ήσυχη, να μη φέρει ευθύνη.

Αφού τελειώσαμε μετά από λίγη ώρα τη δουλειά, κινήσαμε να φύγουμε για το χωριό. Περνώντας από την Κοινοτική γεώτρηση, μου 'δειξε το ρολόι. Εδώ θα 'ρχεσαι κάθε φορά πριν βάλεις μπρος να ποτίσεις άμα τύχει και βάλεις ποτέ μπαχτσέ μες στο χωράφι, μου είπε, θα γράφεις το νούμερο, θα πηγαίνεις ύστερα να ανοίγεις το νερό, θα κάνεις τη δουλειά σου, θα ποτίζεις τον κήπο σου και όταν τελειώνεις θα ξανάρχεσαι να γράφεις το νέο νούμερο για να πεις στην υπηρεσία της κοινότητας πόσο νερό έκαψες, κατάλαβες;

Τώρα πια είχα μείνει τελείως εμβρόντητος. Όλα επαφείονταν εδώ και χρόνια στον λόγο των ανθρώπων κι ακόμα αυτή η κατάσταση δεν είχε αλλάξει διόλου στο χωριό.

Κι άμα κάποιος δεν πάει να σημειώσει πόσο νερό έκαψε, τον ρώτησα μόνο και μόνο για ν' ακούσω την απάντηση.

Ε, αυτός θα κλέψει το νερό, αλλά κανένας δεν το κάνει αυτό το πράμα, αποκρίθηκε πάλι κοφτά και με μια βεβαιότητα που δεν χωρούσε αντίρρηση.

Τον πήγα με το τζιπ ως το σπίτι του.

Πού πήγε αυτή η Ελλάδα, πού πήγε αυτός ο λεβέντης λαός που ο λόγος του ήτανε συμβόλαιο, που έβαζε μια πέτρα πανω στην άλλη και μένανε κι οι δυο εκεί για αιώνες να ορίζουνε, αναρωτήθηκα καθώς οδηγούσα μόνος μετά από λίγα λεπτά. Πώς καταντήσαμε έτσι εμείς οι νεώτεροι; Πως μας μετάλλαξε μέσα σε δυο γενιές η θεωρεία της ιδιώτευσης και η πρακτική της κατανάλωσης, η ευκολία με την οποία μάθαμε να κατακτούμε τον βίο μας.

Μα καθώς είχα απομείνει έτσι συνοφρυωμένος και σκεπτικός, μια λάμψη ξαφνικά διαπέρασε τα μάτια μου. Εδώ είναι ακόμα αυτός ο λαός, αυτή η Ελλάδα. Μόλις την είχα συναντήσει και με δίδαξε τόσα πράγματα μέσα σε μισή ώρα! Πνέει τα λοίσθια αλλά υπάρχει ακόμα, χαμογέλασα. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς, τα θύματα μιας κατασκευασμένης κρίσης καπιταλισμού, είναι να ξαναβρούμε σύντομα τους τελευταίους εκπροσώπους της και να είμαστε δεκτικοί σ' αυτά που θα μας δείξουν. Δεν είναι αργά για να το πράξουμε αυτό, είναι όμως η τελευταία μας ευκαιρία για να σωθούμε. Διότι, όταν σε λίγο καιρό αποδημήσουν κι οι τελευταίοι εκπρόσωποί του τσαγανού μας, τότε θα απομείνουμε πια ορφανοί. Θ' απομείνουμε να παλεύουμε δίχως κανένα παρελθόν με τα νύχια των αρπακτικών της νέας τάξης. Τότε θα πάμε χαμένοι. Γρηγορείτε λοιπόν.

Γιάννης Μακριδάκης.

Δημοσιεύτηκε στο tvxs


Νέα κόμματα ή νέο πολίτευμα ;

Εκείνοι που γεύτηκαν την αμαρτία της κατάχρησης εξουσίας δεν μπορούν πλέον να ανακτήσουν ποτέ και με τίποτε την εμπιστοσύνη τους σε ιδανικά, αρετές και αξίες (έστω κι αν υποθέσουμε ότι είχαν στο ξεκίνημα της πολιτικής τους διαδρομής).

Δεν μπορούν να ξαναδοκιμαστούν σε αυτό.


Αυτό είναι το αποτέλεσμα αυτής της αμαρτίας,
διότι ακόμη και αν κάποιοι λίγοι από αυτούς αναγνωρίσουν το λάθος τους,
προκειμένου να μην εξαφανιστούν ή τιμωρηθούν από τον εξαπατημένο λαό,
δεν θα σηκώσουν ποτέ το βάρος της ευθύνης τους αλλά θα το μοιράζονται μιντιακά και “δημοκρατικά” με τους ψηφοφόρους τους
δηλαδή θα τους το φορτώνουν – “μαζί τα φάγαμε” – και θα μολύνουν όλη την κοινωνία με το αίσθημα συνενοχής.

Εκείνοι δε από αυτούς, που δεν θα έχουν αυτό το θράσος,
απλά δεν θα παραδεχτούν ποτέ την κατάχρηση εξουσίας αλλά θα χτίσουν και θα μοχλεύσουν μηχανισμούς συγκάλυψης,
με τη βοήθεια των συνενόχων τους από την κομματική αυλή και τη συμμέτοχη κρατική ιεραρχία.


Τέλος, εκείνοι που “συλλειτούργησαν” με τους προηγούμενους, χωρίς να κάνουν οι ίδιοι εγκλήματα κατάχρησης, δεν θα μπορούν ποτέ να αποδείξουν την αθωότητά τους και δεν θα μπορούν να ισχυριστούν πως δεν γνώριζαν τα αίσχη των “συλλειτουργών” τους.

Το κόμμα εξουσίας λοιπόν, είναι σήμερα ένας κατεξοχήν μηχανισμός παραγωγής συνενόχων.

Δεν ισοπεδώνει, μέσα από την συνενοχή, μόνον όσους πήραν θέσεις εξουσίας αλλά και όλους τους υπόλοιπους αθώους στρατολόγους του.

Εκείνος που αισθάνεται ότι είναι ή ότι τον μέμφονται οι πολίτες ως συνένοχο είναι δύσκολο να επανακτήσει τη σχέση του με τους ανώτερους σκοπούς του γενικού καλού και του (συνιστάμενου) συλλογικού συμφέροντος που έταξε και που ορκίστηκε ότι ανιδιοτελώς θα υπηρετήσει.

Τι απομένει λοιπόν σε όλους εμάς τα πλήθη των πολιτών, που δεν μετείχαμε της συνενοχής καθ΄ οιονδήποτε τρόπο (ως στρατολόγοι, στελέχη, διαχειριστές, εξουσιαστές) – έστω και αν δώσαμε ψήφο και εμπιστοσύνη;

Απομένει να ξαναδούμε αν τα κόμματα καθαυτά και το πολίτευμα που βασίζεται σε αυτά μπορούν να εναρμονίζονται με τις αλλαγές του αιώνος τούτου.

Εννοώ αν αυτή η μορφή συλλογικής οργάνωσης μπορεί – αν θα έχει την έσω αρετή και βούληση και δύναμη - να ανατρέπει και να οικοδομεί τα του αιώνος τούτου.
Αν θα μπορούν να είναι το πολιτικό υποκείμενο της κοινωνίας ή το αντικείμενο χειραγώγησης υπό των αδιαμφισβήτητα υπαρκτών οικονομικών κέντρων εξουσίας.


Εν ολίγοις, θεωρώ και είμαι πεπεισμένος περί αυτού,
ότι εδώ στον ευλογημένο τόπο μας, με τόσα παθήματα και μαθήματα (ιστορία), με τόσα αξιόλογα μυαλά, με τέτοιο υπόβαθρο πολιτισμού, σκέψης, φρόνησης, με τέτοιο εργατικό λαό – κι ας λένε περί του αντιθέτου, όσα δεν αποδεικνύονται με στοιχεία – μπορούμε και δικαιούμαστε αλλά και είμαστε ιστορικά υποχρεωμένοι να τολμήσουμε να διερευνήσουμε και να δοκιμάσουμε ένα νέο πολίτευμα.


Νέο όμως.

Αλλά αυτό θα γίνει με άφθαρτους, σώφρονες Έλληνες, γυμνασμένους στο νου και στην καρδιά, ακέραιους και αποφασισμένους να γράψουν ιστορία.

Και υπάρχουν αρκετοί, πιο πολλοί από όσους χρειάζονται για να δημιουργηθεί μια κρίσιμη δύναμη δημιουργίας και ανοικοδόμησης.

Όχι με τους “γιους του ψευτο-δημοκράτη” που συνήθως τους διαδέχονται οι τύραννοι (κατά τον Πλάτωνα).

Αυτή τη ιστορική "σειρά διαδοχής" ας την ανατρέψουμε με βούληση και συναπόφαση – τώρα έχουμε τα μέσα να επικοινωνούμε με ταχύτητες on line ακόμη και να συναποφασίζουμε σαν μια νέα μετα-εκκλησία του Δήμου.

Όλα είναι εφικτά – συν λαώ και συν Θεώ.

Νίκος Νημάς - 30/12/2011

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Οικιακά φωτοβολταϊκά στις στέγες και τις ταράτσες μας


Τώρα ο καθένας από μας που έχει ιδιόκτητη κατοικία, μπορεί να κερδίζει ένα επιπλέον μηνιαίο εισόδημα

από την πώληση του ρεύματος που παράγουν τα φωτοβολταϊκά του

και ταυτόχρονα να παράγει ενέργεια φιλική προς το περιβάλλον.

Η Ελλάδα σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή ένωση χρηματοδοτεί την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών συστημάτων μικρής ισχύος, μέχρι 10Kwp (κιλοβάτ ισχύος) στις στέγες των σπιτιών.

Η χρηματοδότηση γίνεται με την μορφή ενίσχυσης της τιμής της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας που πουλάμε στο δίκτυο της ΔΕΗ, ώστε ο καταναλωτής να κάνει γρήγορη απόσβεση του συστήματος που τοποθέτησε και να έχει ένα λογικό κέρδος για τις υπηρεσίες που παρείχε στο δίκτυο. Δηλαδή, ενώ αγοράζουμε την ηλεκτρική ενέργεια κατά μέσο όρο με 11 λεπτά την κιλοβατώρα, μπορούμε να πουλάμε αυτήν που παράγουμε με 55 λεπτά την κιλοβατώρα.

Τα κυριότερα σημεία του προγράμματος είναι τα εξής :

  • Aφορά οικιακούς καταναλωτές και πολύ μικρές επιχειρήσεις
  • Τα φωτοβολταϊκά συστήματα τοποθετούνται στο δώμα, την στέγη ή τα στέγαστρα βεραντών του κτιρίου.
  • Η ενέργεια που παράγεται πωλείται στη ΔΕΗ σε συγκεκριμένη σταθερή τιμή για 25 χρόνια (o,55 € ανά κιλοβατώρα με μείωση 1% για κάθε χρόνο)
  • H άδειoδότηση είναι απλή και την αναλαμβάνει Μηχανικός - Εηκαταστάτης
  • Δεν φορολογούνται τα έσοδά μας από την πώληση της ενέργειας
  • Τα έσοδα από την πώληση της ενέργειας, κάνουν απόσβεση της επένδυσης σε σύντομο χρονικό διάστημα (βλέπε παρακάτω παραδείγματα).

Τα φωτοβολταϊκά συστήματα

  • Είναι απλά στην τοποθέτηση τους από ειδικευμένα συνεργεία
  • Είναι απολύτως αθόρυβα διότι δεν έχουν κινούμενα μέρη
  • Δεν παράγουν θερμότητα
  • Δεν χρειάζονται συντήρηση
  • Έχουν εγγύηση απόδοσης για 25 χρόνια

Το μόνο που χρειάζεστε είναι

  • να είστε ο ιδιοκτήτης του χώρου και να έχετε σύνδεση στην ΔΕΗ στο όνομα σας
  • και να έχετε στην ταράτσα, την σκεπή ή την βεράντα σας, αρκετό χώρο χωρίς σκίαση, κατά προτίμηση νότιου προσανατολισμού, για να τοποθετήσετε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φωτοβολταϊκό σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση όμως εσείς ρωτήστε έναν Μηχανικό - Εγκαταστάτη.

Η ενέργεια που παράγεται δεν έχει καμία σχέση με την ενέργεια που καταναλώνει ο καταναλωτής, ως εκ τούτου η ΔΕΗ εγκαθιστά ξεχωριστό μετρητή για την ενέργεια που αγοράζει. Το συνολικό ποσόν συμψηφίζεται στον λογαριασμό της ΔΕΗ και η διαφορά επιστρέφεται στον καταναλωτή.

Ο καταναλωτής υπογράφει σύμβαση με την ΔΕΗ για να διοχετεύει όλη την παραγόμενη ενέργεια του φωτοβολταϊκού στο δίκτυο της. Η σύμβαση είναι 25ετους διάρκειας και με εγγυημένη τιμή αγοράς καθ’ όλη την διάρκεια της σύμβασης τα 0,55 €/kWh.

Αν υπολογίσουμε ότι ένα φωτοβολταϊκό ισχύος 1kW (κιλοβάτ) παράγει κατά μέσο όρο 1150 – 1450 kWh το χρόνο, ανάλογα με την ηλιοφάνεια της περιοχής,
τότε τα έσοδα από 1 φωτοβολταϊκό ισχύος 10
kW

μπορούν να φτάσουν έως και €8.000 το χρόνο.

Το κόστος της εγκατάστασης

Το κόστος της εγκατάστασης κυμαίνεται ανάλογα με την ισχύ του συστήματος. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να υπολογίσουμε ένα κόστος περίπου 3.000 ανά kW ισχύος. Το κόστος αυτό περιλαμβάνει όλο τον εξοπλισμό, την μεταφορά, τοποθέτηση και ρύθμισή του.

Το κεφαλαίο αυτό μπορεί να χρηματοδοτηθεί σε ποσοστό έως και 100% της επένδυσης, μέσω τραπεζικού δανεισμού, εφόσον έχετε τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης από τράπεζα.

Η αποπληρωμή του κεφαλαίου για την εγκατάσταση εξασφαλίζεται από την παραγωγή ενέργειας το συστήματος. Κατά συνέπεια στην ουσία το κόστος της εγκατάστασης είναι μηδενικό για τον ιδιοκτήτη.

Παράδειγμα:

αν βρίσκεστε στην Αττική και διαθέτετε μια ταράτσα γύρω στα 100 τετρ. μέτρα και εγκατασταθεί σύστημα 10 KWp που θα κοστίσει χοντρικά 32.000 €,

θα εισπράξετε από τη ΔΕΗ στα 25 χρόνια της σύμβασης περίπου τα 174.000 € .

Αν εσείς διαθέσετε μόνον τα 8.000 € και τα υπόλοιπα από δάνειο τραπέζης με επιτόκιο 7,5% για 4 χρόνια,

τότε στο τέλος της 25ετίας θα έχετε κερδίσει περίπου τα 140.000 €.

Προφανώς αυτή είναι μια πολύ καλή και σίγουρη επένδυση για τα 8.000 € που βάλατε.

Αν όμως δεν έχετε χρήματα να επενδύσετε και χρηματοδοτηθείτε στο 100% από δάνειο τραπέζης τότε στην 6ετία θα έχετε εξοφλήσει το δάνειο

και στην 25ετία θα έχετε κερδίσει περίπου 133.000 €

και ξανασκεφθείτε ότι δεν βάλατε ούτε 1 € !!!

Βοηθάτε στην προστασία του περιβάλλοντος

Πέραν του οικονομικού οφέλους θα ξέρετε ότι συμβάλετε στην παραγωγή καθαρής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η ενέργεια που παράγεται από ένα φωτοβολταϊκό σύστημα 1 kW, αποτρέπει την παραγωγή 1,3 τόνων διοξειδίου του άνθρακα το χρόνο, δηλαδή όσο θα απορροφούσαν 2 στρέμματα δάσους. Επιπλέον, συνεπάγεται λιγότερες εκπομπές άλλων επικίνδυνων ρύπων (όπως τα αιωρούμενα μικροσωματίδια, τα οξείδια του αζώτου, οι ενώσεις του θείου, κ.λπ). Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα πυροδοτούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και αλλάζουν το κλίμα της Γης, ενώ η ατμοσφαιρική ρύπανση έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και το περιβάλλον.

Ρωτήστε περισσότερα στο email μου:

n.nimas.57@gmail.com

Νίκος Νημάς - Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Πρωταγωνιστές στο έργο της δικής μας ζωής.

Ο καθένας μας είναι πρωταγωνιστής στο θεατρικό έργο της ζωής του και το έργο αυτό παίζεται δυστυχώς σε μια και μοναδική παράσταση.

Κάποιοι παίζουν στο θεατρικό έργο της ζωής τους συνειδητά τον ρόλο του πρωταγωνιστή.

Αυτοί πάντοτε διαδραματίζουν και έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή και των υπολοίπων γύρω τους.

Είναι οι “μικροί ηγέτες” γύρω μας, στη γειτονιά, στο σχολείο, σε συλλόγους και σωματεία, στην οικογένεια και την παρέα, στους επαγγελματικούς χώρους. Επηρεάζουν τους άλλους, καθοδηγούν, παρακινούν, στηρίζουν, εμπνέουν και οδηγούν. Από αυτούς κάποιοι λίγοι εξελίσσονται και σε μεγάλους ηγέτες.

Κάποιοι άλλοι, δυστυχώς η μεγάλη πλειοψηφία, ξεκινούν τη ζωή τους

  • με λίγες ευκαιρίες,
  • πολλούς περιορισμούς,
  • πολλές ελλείψεις,
  • κινδύνους,
  • ακόμη και απειλές,
  • φτώχια
  • και κληρονομημένα μειονεκτήματα.

Οι άνθρωποι αυτοί πραγματικά, δεν μπορούν να πρωταγωνιστήσουν ούτε καν στο δικό τους έργο:

  • πολλοί από αυτούς δεν θα σκεφτούν ποτέ ότι “ίσως και να μπορούν να αλλάξουν” την αρχική τους μοίρα.
  • μερικοί πάλι μπορεί απλά να το αντιληφθούν
  • και κάποιοι λιγότεροι μπορεί και να πιστέψουν ότι μπορούν, αλλά δεν θα θελήσουν ποτέ πραγματικά, να πρωταγωνιστήσουν συνειδητά στο έργο της ζωής τους.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αφήνουν τελικά την τύχη να οδηγεί και να επιλέγει την εξέλιξη στο θεατρικό σενάριο που θα παίξουν. Στην πραγματικότητα όμως, ότι κι αν επιλέξει κάθε φορά η τύχη γι αυτούς, στη συνέχεια και μέχρι το τέλος της ζωής τους, η αρχική και τελική επιλογή (συνειδητά ή όχι) είναι δική τους και έχει να κάνει με την ελευθερία σκέψης.

Η ελευθερία σκέψης όμως είναι το καθοριστικό προαπαιτούμενο για τις σωστές επιλογές που θα κάνουμε και για το ποιος θα κρατάει το τιμόνι στη ζωή μας – εμείς ή οι άλλοι.

Στο σενάριο αυτού του προσωπικού θεάτρου του καθενός μας, οι δυσκολότερες στιγμές είναι τα διλήμματα και οι συγκρούσεις. Το κρισιμότερο στα βιώματα τέτοιων στιγμών είναι οι αποφάσεις μας μπροστά στα σταυροδρόμια των επιλογών, όπου βρισκόμαστε απροετοίμαστοι συνήθως και καλούμαστε να επιλέξουμε “εδώ και τώρα” προς τα πού θα κινηθούμε, χωρίς να έχουμε προλάβει να διερευνήσουμε κάθε εναλλακτική δυνατότητα αντίδρασης και συμπεριφοράς.

Βεβαίως, χωρίς αυτά (συγκρούσεις και διλήμματα) η ζωή του καθενός μας θα ήταν κατά πολύ ευκολότερη. Δεν θα είχε όμως νοστιμάδα.

Οι προκλήσεις θα ήταν πάντοτε κάτω από τα μέτρα μας και ο πήχης μας τοποθετημένος μονίμως χαμηλά στο μπόι μας. Τόσο η προσωπική μας πρόοδος, όσο και η πρόοδος της ανθρωπότητας θα ακολουθούσε πολύ αργούς ρυθμούς μέσα στο “μέγα βασίλειο της ανίας και της απάθειας”. Ευτυχώς όμως η ζωή έχει τη νοστιμάδα της, με χαρές και λύπες, με μικρές και μεγάλες προκλήσεις, με επιτεύγματα και δράματα.

Για πολλούς είναι εύκολο να αποφασίσουν μπροστά σ’ ένα σταυροδρόμι. Θα επιλέξουν πολύ απλά, αυτό που ακολουθούν οι πολλοί. Πολλοί άλλοι όμως μπροστά στα σταυροδρόμια κάθε φορά αναρωτιούνται:

"που είμαι τώρα, που ήμουν παλιά, προς τα πού πηγαίνω;"

Αναστατώνονται και παλεύουν εσωτερικά διότι θέλουν να είναι πρωταγωνιστές στη δική τους ζωή, διότι έχουν καλλιεργήσει υψηλό βαθμό εσωτερικής ελευθερίας.

  • Κινητοποιούν Νου – μνήμη, σκέψη, συνείδηση.
  • Κινητοποιούν Καρδιά – συναισθήματα, συγκινήσεις, όνειρα και επιθυμίες.
  • Κινητοποιούν Ψυχή – βούληση, ανάταση, ορμή και ελευθερία.

Αυτοί οι άνθρωποι, πάνω σ’ αυτή την πάλη συνειδητοποιούν ότι χρειάζονται ακόμη περισσότερη ελευθερία και αυτοέλεγχο, περισσότερη αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση αλλά και περισσότερη γνώση για το περιβάλλον όπου δραστηριοποιούνται, καθώς και για τους περιορισμούς και τα εμπόδια που το περιβάλλον αυτό τους βάζει. Τότε αναδεικνύονται δύο από τα πολλά σκέλη της ελευθερίας: η γνώση και η μάθηση.

Πολλοί θα αφιερώσουν αρκετό χρόνο και ενέργεια για απόχτηση και εφαρμογή των γνώσεων που θα τους είναι πραγματικά ωφέλιμες και θα αυξήσουν τον βαθμό ελευθερίας τους μπροστά στα διλήμματα των επιλογών τους. Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες προσφέρουν τις γνώσεις σε πολλές ποικιλίες και σε συστήματα γνώσεων και οι επιλογές είναι απίθανα πολλές.

Όμως το άλλο σκέλος της ελευθερίας, η Μάθηση, δεν προσφέρεται τόσο πληθωριστικά.

Διότι η Μάθηση είναι μια προσωπική πορεία για τον καθένα, που πρέπει να την ακολουθήσει σχεδόν μόνος του. Διότι η Μάθηση δεν είναι μια κάποια μέθοδος απόκτησης γνώσεων.

Η Μάθηση είναι αγώνας και προσωπικό βίωμα, είναι πορεία διαδοχικών αλλαγών, είναι η διαρκής μετά-νοια (αλλάζω μυαλά – τρόπο σκέψης) καθώς στην πορεία αυτή, οι γνώσεις δοκιμάζονται στην ωμή πολλές φορές πραγματικότητα, ενώ πάντοτε καραδοκεί σε μια γωνιά η υπέρτατη ειρωνεία εκείνου του αρχαιοελληνικού αποφθέγματος που λέει: "γηράσκω αεί διδασκόμενος και στο τέλος όντας γέρων και σοφός ομολογώ πως εν οίδα ότι ουδέν οίδα."

Όποιος φθάνει στα έσχατα των αναζητήσεών του για γνώσεις ωφέλιμες και αποτελεσματικές στη καθημερινή πράξη, όποιος ακολουθεί βασανιστικά την πορεία της Μάθησης – Παίδευσης, της διαρκούς αλλαγής – μετάνοιας, θα φθάσει κάποια στιγμή να αντιληφθεί πως και αυτά δεν είναι αρκετά. Είναι η στιγμή που θα νιώσει τις πάμπολλες γνώσεις του ακόμη λειψές, την καλλιέργειά του μέσα από την Μάθηση – Παίδευση, ακόμη ατελή.

Είναι η στιγμή που θα αναζητήσει το μεγάλο προσωπικό του “γιατί”.

Τότε θα έλθει η στιγμή να αναζητήσει ένα νόημα σε όλα αυτά που κάνει και που ζει. Τότε θα θελήσει να βάλει έναν τίτλο στο θεατρικό έργο της ζωής του. Θα καίγεται να βρει τον μεγάλο, τον ανώτερο σκοπό στη ζωή του. Ίσως οι δάσκαλοι που είχε, μια τέτοια λέξη να ξέχασαν να του την πουν τελικά. Μια τέτοια λέξη όμως κανένας δάσκαλος δεν μπορεί να μας την δώσει.

Μόνον η εσωτερική μας φωνή μπορεί να την προφέρει δυνατά την κατάλληλη στιγμή που το μέσα αυτί μας θα στραφεί να την ακούσει, αν και πάντα αυτή η φωνή μας μιλάει διαρκώς και σχεδόν ψιθυριστά αλλά εμείς μάλλον δεν την προσέχουμε.

--------------
Με το κείμενο αυτό προλόγισα τον καθηγητή Δημήτρη Μπουραντά στην Ελευσίνα, σε εκδήλωση για το βιβλίο του - best seller - "Όλα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη", τον Νοέμβριο του 2008.

Πιστεύω πως, για όλους μας και ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους, το βιβλίο αυτό είναι ένα δυνατό ερέθισμα για εσωτερική ανασυγκρότηση και αντιμετώπιση των μεγάλων διλημμάτων και των συγκρούσεων που αντιμετωπίζουμε στη διάρκεια της ζωής μας.

Νίκος Νημάς.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΧΡΟΝΟΥ = ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΖΩΗΣ.

Δεν έχουμε ανάγκη για περισσότερο χρόνο αλλά για αξιοποιημένο χρόνο.
Το αύριο δεν υπάρχει στην «Τράπεζα της Ζωής». Όσο αθώα κι αν ακούγεται η φράση «άστο γι αύριο καλύτερα», τόσο επικίνδυνη είναι όταν την χρησιμοποιούμε συχνά. Το αύριο είναι η λεωφόρος που οδηγεί στην πόλη του ΠΟΤΕ.
Η βελτίωση της διαχείρισης του χρόνου μας προϋποθέτει την απόφασή μας για διαρκή και θαρραλέα εσωτερική αλλαγή όλων των συνηθειών που σπαταλούν τον χρόνο μας.

--------------------------------------------------------------------------------

Σε λίγες ημέρες, αποχαιρετώντας το 2007 θα κάνουμε όλοι μας ευχές για τον νέο χρόνο. Λίγοι θα είναι όμως εκείνοι που θα έχουν κάνει απολογισμό των πεπραγμένων τους στον χρόνο που πέρασε καθώς και πως τον διαχειρίστηκαν.
Όμως η διαχείριση του χρόνου μας είναι το βασικό εργαλείο για έναν τρόπο ζωής με υψηλές επιδόσεις, με αίσθημα ικανοποίησης και ολοκλήρωσης. Ο χρόνος είναι το πρωταρχικό στοιχείο της Ζωής.
Ζω σημαίνει έχω χρόνο μέσα στον οποίο αναπτύσσω την προσωπικότητά μου, εκπληρώνω τον γενικό σκοπό της ύπαρξής μου, όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι και μέσα στον οποίο επιδιώκω την επίτευξη στόχων που είναι εναρμονισμένοι στον γενικό σκοπό μου.
Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είχε πει: «Αγαπάτε τη ζωή; Τότε μην σπαταλάτε τον χρόνο, γιατί αυτός αποτελεί το υλικό της ζωής». Ο δικός μας Νίκος Καζαντζάκης βλέποντας στα καφενεία ανθρώπους να σπαταλούν καθημερινά τον χρόνο τους έλεγε: «έτσι μου έρχεται να τους βάλω τις φωνές – Έεε ! άνθρωποι, δώστε μου ο καθένας σας μια ώρα από τον ατέλειωτο χρόνο που σπαταλάτε, να προλάβω κι εγώ να τελειώσω το έργο μου! . . .».
Μπορείτε να φανταστείτε έναν αυτοδημιούργητο κι επιτυχημένο άνθρωπο που αισθάνεται ολοκληρωμένος και ευτυχισμένος από την πορεία του, ο οποίος όμως έχει μια ζωή ανοργάνωτη και ακατάστατη; Δεν υπάρχει τέτοιος. Όλοι οι αυτοδημιούργητοι, επιτυχημένοι άνθρωποι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δίνουν μεγάλη αξία στον χρόνο τους και εργάζονται συνεχώς για να γίνουν πιο οργανωτικοί με την ζωή ώστε να είναι και πιο αποτελεσματικοί ξοδεύοντας λιγότερο χρόνο.
Ερχόμαστε στη ζωή μ’ ένα αποθεματικό χρόνου (ένα πάγιο κεφάλαιο) κληρονομημένο από το επίπεδο εξέλιξης του πολιτισμού μέσα στον οποίο θα μεγαλώσουμε. Δεν χρειάζεται να ξοδέψουμε από τον δικό μας χρόνο για να ανακαλύψουμε από την αρχή όλα όσα η ανθρωπότητα, το έθνος, η φυλή μας, οι ηγέτες μας, οι επιτυχημένοι, οι πρωτοπόροι, έχουν κατακτήσει μέχρι σήμερα. Όλα αυτά, πολλά σαν υλικά αγαθά και προϊόντα και άλλα σαν γνώσεις και τεχνολογικές εφαρμογές, είναι στη διάθεσή μας για να τα χρησιμοποιήσουμε. Να τα ξοδέψουμε, να τα αξιοποιήσουμε και να τα πολλαπλασιάσουμε.
Από τον καθένα μας εξαρτάται πως θα αξιοποιήσει τον χρόνο του, ώστε να προχωρήσει πιο πέρα και να δημιουργήσει και άλλα δικά του εντελώς προσωπικά επιτεύγματα υλικά και πνευματικά.
Η διαχείριση του χρόνου είναι η διαχείριση της ζωής μας. Γι αυτό και η βέλτιστη διαχείριση του χρόνου απαλύνει πολλά υπαρξιακά ερωτήματα που βασανίζουν τον Άνθρωπο.
Τι πολυτιμότερο μπορεί κανείς να χαρίσει σ’ έναν ετοιμοθάνατο μεγιστάνα του πλούτου; Λίγο χρόνο ακόμη. Ποιο είναι το ερώτημα που δεν μπορεί όμως να απαντηθεί με απόλυτη βεβαιότητα από κανέναν όταν βρίσκεται μπροστά στον θάνατο; Είναι το ερώτημα που θα υποβάλλει στον εαυτό του: «τι έκανα στη ζωή μου τελικά; Και τι θα μπορούσα να κάνω αν είχα μια παράταση χρόνου;».
Ο άνθρωπος που λέει «αν είχα αρκετό χρόνο θα έκανα το ένα ή το άλλο . . .» είναι σίγουρο πως δεν θα βρει ποτέ χρόνο για όλα αυτά. Είναι εγκλωβισμένος στην άποψη της σπατάλης περισσότερου χρόνου και παραμελεί την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του χρόνου του.
Όλοι μας πιστεύουμε ότι «ο χρόνος μας – η ζωή μας είναι το σημαντικότερο για τον καθένα μας». Εν τούτοις οι περισσότεροι μοιρολατρικά αποδεχόμαστε πως άλλοι καθορίζουν τη ζωή μας και πως χιλιάδες ασήμαντα πράγματα και καταστάσεις που δεν ελέγχουμε εμείς μπορούν να την καταστρέψουν.
Ε! λοιπόν ας φωνάξουμε μπροστά στον καθρέπτη μας τη ρήση του Γκαίτε: «τα σημαντικά πράγματα ποτέ δεν πρέπει να βρίσκονται στο έλεος των ασήμαντων».
Ποτέ δεν είναι αργά να πάρουμε τη ζωή που μας ανήκει από τα χέρια των άλλων και να τη κρατήσουμε στα δικά μας χέρια.
Αν όποιος αισθάνεται την ανάγκη για καλύτερη διαχείριση του χρόνου του, επικεντρωθεί στην προσπάθεια να αποκτήσει αυτή την ικανότητα, τελικά δεν θα κερδίσει μόνον περισσότερο και ποιοτικότερο χρόνο και υψηλά επιτεύγματα αλλά κυρίως θα γίνει καινούριος άνθρωπος με νέα οπτική γωνία για τη ζωή, με περισσότερη αυτογνωσία και περισσότερο αυτοέλεγχο. Θα πορεύεται χωρίς ταλαντεύσεις και παλινδρομήσεις και χωρίς βασανιστικές αμφιβολίες. Η πίστη του για το δρόμο που έχει διαλέξει θα ενισχυθεί.
Διάβασα σ’ ένα βιβλίο την πιο κάτω υπόσχεση ενός ανθρώπου προς στον εαυτό του:
«Το σήμερα είναι ένας θησαυρός που μου έχει προσφερθεί στην ίδια ακριβώς ποσότητα ωρών, λεπτών και δευτερολέπτων που παρέχεται και στους άλλους ανθρώπους. Όμως:

Είμαι αποφασισμένος, να μην χάνω τον χρόνο μου ανησυχώντας για το τι μπορεί να συμβεί, αλλά να επενδύω τον χρόνο μου για να κάνω εγώ τα πράγματα να συμβούν. Δεν θα σκέφτομαι τι θα μπορούσα να πετύχω εάν ήμουν διαφορετικός. Δεν είμαι αυτό το «διαφορετικός», ωστόσο θα πετύχω βελτιώνοντας αυτό που είμαι.
Δεν θα λέω, «αν είχα χρόνο . . .», γιατί έτσι δεν θα βρω ποτέ χρόνο για τίποτε. Εάν χρειάζομαι χρόνο, θα πρέπει να τον δημιουργήσω. Θα ξεκινήσω ενεργώντας όλο και πιο αποτελεσματικά κι όχι χαραμίζοντας τον λιγοστό πολύτιμο χρόνο που έχω στην διάθεσή μου.
Θα επιδιώκω να βελτιώνομαι τόσο γιατί κάποιοι θα χρειαστούν την βοήθειά μου όσο και γιατί δεν πρέπει να εξαρτώμαι από την βοήθεια των άλλων. Κάνοντας τα ωφέλιμα και αποφεύγοντας τα ανώφελα θα ζήσω το σήμερα με πάθος – σαν να ήταν η τελευταία μου ημέρα πάνω στη γη.

Μην περιμένετε να με δείτε να περιμένω το αύριο, γιατί το αύριο, που δεν το δημιουργείς αλλά μόνο το περιμένεις,, δεν έρχεται ποτέ.»
Πόσοι μπορούμε να δώσουμε μια τέτοια σοβαρή υπόσχεση στον εαυτό μας; Όχι όλοι, αλλά πιστεύω σίγουρα οι περισσότεροι.
Φανταστείτε μια τράπεζα, που κάθε πρωί, σας πιστώνει στον λογαριασμό σας με 1.440 ευρώ, με την προϋπόθεση όμως να τα αξιοποιήσετε πριν έλθει η επόμενη ημέρα, διαφορετικά όσα δεν αξιοποιήσατε παραγράφονται από τον λογαριασμό. Προφανώς θα βρίσκατε χίλιους δυο τρόπους να αξιοποιήσετε όλο το ποσόν κάθε ημέρας και δεν θα σταματούσατε καμιά ημέρα, ποτέ δεν θα κουραζόσασταν, μέχρις ότου η τράπεζα θα άλλαζε γνώμη και θα σταματούσε την παροχή.
Αυτό κάνει και η «Τράπεζα της Ζωής». Κάθε πρωί ανανεώνει το συμβόλαιό μας και μας διαθέτει 1.440 λεπτά της ώρας (24 ώρες επί 60 λεπτά = 1.440 λεπτά). Όσα λεπτά δεν τα επενδύσαμε χάνονται για πάντα. Δεν προβλέπεται συσσώρευση του χαμένου χρόνου για να χρησιμοποιηθεί αύριο. Η «Τράπεζα της Ζωής» ωστόσο συνεχίζει να μας καταθέτει κάθε πρωί 1.440 λεπτά και διατηρεί το δικαίωμα να μας διακόψει το συμβόλαιο μονομερώς και απροειδοποίητα.
Το αύριο λοιπόν δεν υπάρχει στην «Τράπεζα της Ζωής». Όσο αθώα κι αν ακούγεται η λέξη αύριο, τόσο επικίνδυνη είναι όταν την χρησιμοποιούμε συχνά.
Το αύριο είναι η λεωφόρος που οδηγεί στην πόλη του ΠΟΤΕ.
Η βελτίωση της διαχείρισης του χρόνου μας προϋποθέτει την απόφασή μας για διαρκή και θαρραλέα εσωτερική αλλαγή.
Η επιθυμία για καλύτερη οργάνωση του χρόνου μας δεν είναι αρκετή για να μας κινητοποιήσει και να το επιτύχουμε. Δυστυχώς «ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις». Για να ξεπεράσουμε τη νωθρότητα που καραδοκεί πιο κάτω, τη νωθρότητα που θα μας ξαναγυρίσει στα παλιά, χρειάζεται να αναστατωθούμε – να επαναστατήσουμε εσωτερικά.
Για μια τέτοια εσωτερική επανάσταση, χρειάζεται να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας, με την αδράνειά του και τις αναστολές του. Χρειάζεται να τον δελεάσουμε με τα όμορφα οφέλη που θα έχει όταν καταφέρει να δαμάσει τις φοβερές συνήθειες που σπαταλούν τον χρόνο μας δηλαδή τη ζωή μας. Χρειαζόμαστε ισχυρά κίνητρα.
Διάβασα πολλά γραπτά δασκάλων και σοφών. Διάλεξα και προτείνω τα κατά την γνώμη μου 4 επικρατέστερα κίνητρα, που συμπυκνώνουν μέσα τους και πολλά άλλα:
  • Να κερδίζω δύο επιπλέον αξιοποιημένες ώρες από κάθε ημέρα (συνεπάγεται κέρδος τριών επιπλέον παραγωγικών μηνών τον χρόνο – 25% περισσότερη Ζωή . . .)
  • Να βελτιώνω διαρκώς την παραγωγικότητά μου και την αποτελεσματικότητά μου (απόλαυση αποτελεσμάτων και παραπέρα ενθάρρυνση)
  • Να αισθάνομαι ότι αποκτώ εγώ όλο και περισσότερο έλεγχο στη δική μου τη ζωή, αφαιρώντας τον έλεγχο από τους άλλους (περισσότερη αίσθηση ανεξαρτησίας, ενίσχυση αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης)
  • Να διαθέτω περισσότερο χρόνο στον εαυτό μου και στα γύρω μου πρόσωπα (να αγαπώ τον εαυτό μου για να γίνομαι ικανός να αγαπώ εξίσου και τους γύρω μου)
Ποιες αντιστάσεις φράζουν όμως τον δρόμο για την καλύτερη διαχείριση του χρόνου μας;
Πρώτον: Οι ανησυχίες για μείωση της φυσικότητας και του αυθορμητισμού μας.
Όσοι αρέσκονται να προβάλλουν την δικαιολογία του φόβου, πως με την οργάνωση του χρόνου τους θα χάσουν την φυσικότητά τους, βολεύονται να δείχνουν την ακραία διαστροφή των ανθρώπων – ρομπότ, για να κρύψουν την δική τους αναποφασιστικότητα να ξεκινήσουν να παλεύουν για να βάλουν τάξη στη ζωή τους. Στην πραγματικότητα οι ανοργάνωτοι και οι σπάταλοι στον χρόνο, είναι μπερδεμένοι, κουρασμένοι, νιώθουν έντονο στρες και δεν είναι ποτέ άνετοι, φυσικοί και αληθινά αυθόρμητοι.
Δεύτερον: Η αρνητική αυθυποβολή και οι αυτοπεριοριστικές πεποιθήσεις.
Λένε πολλοί: «Έτσι είμαι εγώ δυστυχώς, ακατάστατος. Όλοι μου το λένε. Δεν γίνεται να αλλάξω». Η χαμηλή αυτοεκτίμηση την οποία δημιουργούν οι διάφορες μικρές και μεγάλες αποτυχίες που δεν ξεπεράστηκαν, οι επικρίσεις γονιών και δασκάλων ακόμη και για μικρά σφάλματα, οι εσωτερικές ψυχολογικές συγκρούσεις που δεν διευθετούνται έγκαιρα αλλά εκκρεμούν και διογκώνονται, είναι μεταξύ άλλων παράγοντες που παραλύουν και αυξάνουν την αδράνεια και την απώλεια κάθε ελέγχου πάνω στη ζωή.
Τρίτον: Η αναβλητικότητα και οι δικαιολογίες μπροστά σε φόβους αποτυχίας.
Λέμε συχνά: «Σήμερα δεν είμαι έτοιμος . . . άστο γι αύριο καλύτερα». Δικαιολογίες θα βρούμε πολλές και ίσως κάποιες να ευσταθούν. Πίσω όμως από το « άστο γι αύριο» κρύβεται η λάθος αντίληψη ότι μια επιτυχία μπορεί να έλθει από την μια μέρα στην άλλη. Καμιά επιτυχία με θεμέλια δεν έρχεται από την μια μέρα στην άλλη. Θέλει χρόνο να μπουν τα θεμέλια, να σηκωθεί ο σκελετός, να κτιστούν τοίχοι και οροφές, χρόνο για να γίνει λειτουργικό το οικοδόμημα κάθε επιτυχίας που δεν θέλουμε να είναι εφήμερη.
Όσοι έχουν κάνει τον προϋπολογισμό χρόνου θα ξεκινήσουν. Όσοι πιστεύουν ότι μπορεί να γίνει σε «μια μέρα» δεν ξεκινάνε ποτέ. Αναβάλλουν για το αύριο.
Αλλά το επαναλαμβάνω: «Το αύριο δεν υπάρχει στην «Τράπεζα της Ζωής» και επίσης ότι «Το αύριο είναι η λεωφόρος που οδηγεί στην πόλη του ΠΟΤΕ».
Εύχομαι σε όλους μας για το 2008, να είναι ένας χρόνος με σωματική και πνευματική υγεία, γεμάτος με γενναίες αποφάσεις για την ζωή μας.
Νίκος Νημάς
Δεκέμβριος 2007

ΕΠΕΣΕΣ, ΕΠΑΘΕΣ . . . , ΕΜΑΘΕΣ;

Πρέπει να μας πέσει η κεραμίδα κατακέφαλα για να πάρουμε το μάθημά μας ;

Από τις δύσκολες καταστάσεις παίρνουμε τα καλύτερα μαθήματα.
Δεν υπάρχουν ευτυχώς μαθήματα επιλογής στο σχολείο της ζωής.
Είναι όλα υποχρεωτικά, έχουν μια σειρά και είναι το καθένα προαπαιτούμενο για τα επόμενα.
Ο πόνος μας ωθεί να αντιμετωπίσουμε τη ζωή με μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Οι πραγματικές προκλήσεις που θα μας πάνε πιο μπροστά δεν είναι ποτέ τόσο εύκολες όσο εμείς θα θέλαμε.

---------------------------------------
άρθρο δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 2007 στην εφημερίδα "Επαγγελματίας και Καταναλωτής".
---------------------------------------


Σε όλους μας έχει συμβεί πολλές φορές να πάθουμε μια ζημιά, μια καταστροφή, να έχουμε μια απώλεια ή μια αποτυχία και να μην μπορούμε να ξεκολλήσουμε απ’ αυτήν ή έστω να εξηγήσουμε ή τουλάχιστον να αποδεχτούμε το δυσάρεστο αυτό γεγονός.
Σε πολλούς ανθρώπους συμβαίνει μάλιστα να παθαίνουν τα ίδια παθήματα ξανά και ξανά και εν τούτοις να μην έχουν ποτέ αναρωτηθεί: «μήπως φταίω εγώ;». Ωστόσο πολλοί άλλοι σ’ αυτή τη ζωή χρησιμοποιούν τα παθήματά τους για να πάρουν τα μαθήματά τους.
  • Κάποιοι απλώς αντιδρούν με θετικό τρόπο και αποφασιστικά απέναντι στο συγκεκριμένο πάθημα αλλά περιστασιακά και κάτω από την πίεση των συνεπειών αυτού και μόνον του παθήματος. Αντιδρούν πάντως θετικά στο παραπέντε ή έστω στο και πέντε.
  • Κάποιοι άλλοι αντιδρούν θετικά και συστηματικά απέναντι σε όλα τα παθήματα. Αυτοί είναι οι θετικοί άνθρωποι, αυτοί που έχουν μάθει να μην αφήνουν τα πράγματα στην τύχη. Έχουν ήδη αντιδράσει πριν να τους συμβεί.
  • Κάποιοι άλλοι τέλος δεν αντιδρούν ποτέ και απλά κλαίνε ή γκρινιάζουν για την κακή τους τύχη με το γνωστό μοτίβο: «όλες οι συμφορές εμένα έρχονται να συναντήσουν», ή με το «είμαι σίγουρος ότι δεν τέλειωσαν τα βάσανά μου».
Από τις δύσκολες καταστάσεις παίρνουμε τα καλύτερα μαθήματα.

Στο παρά πέντε πολλοί σπεύδουμε να αντιδράσουμε. Ελάχιστοι όμως είναι πραγματικά προετοιμασμένοι για ό,τι κι αν τους συμβεί. Έτσι λοιπόν ισχύει κι εδώ, για όλους το: «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς».
Όλοι απολαμβάνουμε τις επιτυχίες μας. Όμως οι επιτυχίες μας δεν μας διδάσκουν και πολλά πράγματα, γιατί συνήθως κρατάμε την απόλαυσή τους και όχι τα διδάγματα από τους κόπους που μας οδήγησαν σ’ αυτές.
Η αποτυχία απεναντίας είναι οδυνηρή και βοηθάει στην εξέλιξη όσους δεν θέλουν να την ξεχάσουν γρήγορα, αλλά είναι διατεθειμένοι να πάρουν το μάθημα που τους προσφέρει.

Όλες οι καταστροφές υπήρξαν τα πιο σημαντικά σημεία καμπής στη ζωή των ανθρώπων.

Η συνήθεια είναι γλυκιά και πλανεύτρα. Εξακολουθούμε να συμπεριφερόμαστε και να ενεργούμε με τον ίδιο τρόπο. Υπερασπιζόμαστε την νοοτροπία μας και την βόλεψή μας, μέχρι να μας συμβεί κάτι οδυνηρό που θα μας αναγκάσει να αλλάξουμε απότομα, λίγο ή πολύ την πορεία μας.
Η συνήθεια και η νοοτροπία δεν μας αφήνουν να προετοιμαζόμαστε επιχειρώντας μικρές καθημερινές αλλαγές.

Το σύμπαν, η φύση, το κοινωνικό μας περιβάλλον, η οικογένειά μας, το σώμα μας, οι συνθήκες που γύρω μας επικρατούν (τόσο αυτές που επηρεάζουμε εμείς όσο κι αυτές που δεν είναι του χεριού μας) όλα αυτά μας χτυπούν καθημερινά ελαφρά και προειδοποιητικά. τον ώμο: «πάρε το μάθημά σου! . . . πάρε το μάθημά σου!. . .». Όταν αγνοούμε τα μηνύματα τους κάποια στιγμή θα μας χτυπήσουν κατακέφαλα με βαριοπούλα.
Μετά θα έχουμε το θράσος να αναρωτιόμαστε: «μα γιατί πάλι σ’ εμένα;».

Μέχρι να βιώσουμε τον πόνο, το εγώ μας υποκρίνεται πως «όλα είναι μια χαρά» πως δεν έχει κανέναν ανάγκη, πως έχει αυτάρκεια, πως γνωρίζει, πως κατέχει, πως δεν χρειάζεται να βγει απ’ το καβούκι του. Κοιτάζει την ζωή από ψηλά, από το κάστρο του εγωισμού του.

Μόλις νοιώσουμε την κατακεφαλιά, είτε σαν απώλεια αγαπημένων προσώπων ή πραγμάτων, είτε σαν απώλεια υγείας, καταστάσεων και ανέσεων, είτε σαν μοναξιά και φόβο, τότε το εγώ μας γίνεται πιο ευάλωτο, μαλακώνει, ανοίγει προς τα έξω κι αναζητάει βοήθεια. Τότε που γινόμαστε πιο δεκτικοί στους άλλους, πιο δεκτικοί στην άλλη αλήθεια, τότε είναι η ώρα μας να πάρουμε το μάθημά μας.

Ο πόνος μας ωθεί να αντιμετωπίσουμε τη ζωή με μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Μας παρουσιάζονται διαρκώς ευκαιρίες να πάρουμε ένα μάθημα. Αν όμως δεν εμπεδώσουμε το μάθημά μας, τότε θα πρέπει να περάσουμε από εξετάσεις ξανά . . . και ξανά . . . και ξανά. Θα πάθουμε και θα ξαναπάθουμε μέχρι να το περάσουμε το μάθημα. Όσο θα προτιμάμε τον ρόλο του θύματος και δεν θα αποφασίζουμε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας θα μένουμε μετεξεταστέοι.

Μας αρέσει δεν μας αρέσει, έτσι είναι και ευτυχώς που έτσι είναι, γιατί αυτό είναι το δίκαιο.
Μόνον όσοι την έχουνε χωνέψει καλά αυτή την αρχή της ανθρώπινης εξέλιξης θα πορεύονται στα αγκάθια το ίδιο όπως και στις λεωφόρους.
Δεν υπάρχουν ευτυχώς μαθήματα επιλογής στο σχολείο της ζωής. Είναι όλα υποχρεωτικά, έχουν μια σειρά και είναι το καθένα προαπαιτούμενο για τα επόμενα.

Είναι πολλοί επίσης που αρέσκονται να παρατηρούν τη ζωή και τα παθήματα των άλλων, να κριτικάρουν και να αμπελο-φιλοσοφούν από απόσταση ασφαλείας. Έχουν έτοιμες λύσεις για τους άλλους και υποδείξεις ένα σωρό να τους προσφέρουν με ενθουσιασμό.
Όταν όμως οι ίδιοι δεχθούν μια ισχυρή και οδυνηρή πρόκληση από τη ζωή, χάνουν και τον ενθουσιασμό τους απέναντι στα δύσκολα, χάνουν και τις «έτοιμες λύσεις» τους, γενικώς χάνουν «και τα αβγά και τα πασχάλια» γιατί βαθιά μέσα τους διαμαρτύρονται: «μου έτυχε το πιο δύσκολο» ή «θα μπορούσε να είναι ευκολότερη αυτή η πρόκληση».

Δυστυχώς ή ευτυχώς (εγώ προτιμώ να λέω ευτυχώς) οι πραγματικές προκλήσεις που θα μας πάνε πιο μπροστά δεν είναι ποτέ τόσο εύκολες όσο εμείς θα θέλαμε.
Μικρή πρόκληση, μικρό βήμα μπροστά. Μεγάλη πρόκληση, ένα άλμα μπροστά. Αυτή είναι μια ακόμη αλήθεια της ζωής.

Η ζωή δεν γίνεται να είναι αντικειμενικά εύκολη και δεν είναι πέρα για πέρα εύκολη για κανέναν. Ούτε για τον μεγιστάνα του πλούτου, ούτε για τον «πρίγκιπα που γεννήθηκε στο παλάτι».
Η ζωή του καθενός είναι δική του και δεν μπορεί να κριθεί με τα κριτήρια και τα βιώματα ενός άλλου. Μπορούμε όμως να την κάνουμε ευκολότερη αν «περνάμε όλες τις τάξεις» χωρίς να καθυστερούμε, αν ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια της επισκευάζοντας πρώτα όσα είναι χαλασμένα, αν δεν ζηλεύουμε τη ζωή των άλλων, αν τελικά ενδιαφερόμαστε για την «δική μας» τη ζωή.

Δεν παθαίνουμε για να τιμωρούμαστε αλλά για να μαθαίνουμε.

  • Εκείνος που δεν μαθαίνει από τα λάθη του, παραμένει ένα γκρινιάρικο παιδί που ταλαιπωρεί τον εαυτό του και τους γύρω του και διαμαρτύρεται για τις κατά φαντασία τιμωρίες που υποβάλλεται.
  • Εκείνος που μαθαίνει μόνον από τα δικά του λάθη, μαθαίνει καλά και συνεχίζει να μεγαλώνει με κλάμα και με γέλιο.
  • Τέλος, εκείνος που μαθαίνει τόσο από τα δικά του όσο και από τα λάθη των άλλων, μαθαίνει έγκαιρα και έχει ήδη μεγαλώσει αρκετά, αποκτώντας την γαλήνη και την σοφία.

Κατά έναν περίεργο τρόπο έλκουμε διαρκώς τις εμπειρίες που θα μας χρειαστούν και τραβάμε σαν μαγνήτες τις καταστάσεις που φοβόμαστε και που θα μας δυσαρεστήσουν. Είναι ίσως για να ολοκληρώσουμε όλα τα μαθήματα της κάθε τάξης; Ας το πάρουμε κι έτσι. Όμορφο δεν είναι;
Δεν μας ξαλαφρώνει από άγχη, φόβους και φοβίες και κάθε λογιών ανησυχίες και αγωνίες για το τι θα μας συμβεί αύριο;

Το να γνωρίζουμε δηλαδή, ότι όλα μπορεί να μας συμβούν και πως πολλά από αυτά πρέπει απαραίτητα να μας συμβούν για να περάσουμε στην επόμενη τάξη, για να ανέβουμε στην επόμενη κορυφή, για να δούμε από εκεί άλλους ορίζοντες. Αυτό δεν κάνει πιο συναρπαστική τη ζωή μας;  
Δεν δημιουργείται αυτόματα μέσα μας περισσότερος χώρος για την γαλήνη και την σταθερότητα ενώ στενεύει διαρκώς ο χώρος για την τρικυμία ;

Οι περισσότεροι αγνοούμε ότι πολλά προβλήματα τα δημιουργήσαμε εμείς οι ίδιοι σε περιόδους ηρεμίας που δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε άλλα ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα. Μάλιστα συμβαίνει συχνά σε περιόδους μετά από κάποιες κατακτήσεις μας και ενώ απολαμβάνουμε τους καρπούς των κόπων μας, κάτι να μας σπρώχνει σε μια νέα περιπέτεια.
Ένα παλιό μας όνειρο ξεπετάγεται τότε και λέει: «και τώρα η σειρά μου». Είναι τέλος πάντων αρκετές οι περιπτώσεις που εμείς οι ίδιοι τοποθετούμε τις προκλήσεις και τα δύσκολα μπροστά μας. Βεβαίως αν δυσκολευτούμε μπροστά σε τέτοιες προκλήσεις δεν συγχωρείται η γκρίνια και η αχαριστία απέναντι στη ζωή. Εμείς τα βάλαμε μπροστά μας και εμείς έχουμε την ευθύνη.

Καλά και πολύ καλά κάνουμε να απαντάμε σ’ ένα ξεχασμένο μας όνειρο και πολύ ορθό επίσης να βάζουμε νέους στόχους μπροστά μας. Αλίμονό μας όμως αν περιφρονήσουμε τις μέχρι τότε επιτυχίες μας, αν υποτιμήσουμε τις μέχρι τότε ευτυχισμένες μας στιγμές και αρχίσουμε να μεταθέτουμε στο μέλλον του επόμενου στόχου μας την «τέλεια» ευτυχία, την «πλήρη» ηρεμία, την ολοκλήρωσή μας.

Πως τα περνάτε ρωτάνε οι φίλοι μας και απαντάμε: «Τώρα έχουμε τρεχάματα για να φτιάξουμε το . . . , αλλά τον άλλο μήνα θα τελειώσουμε και θα έχουμε χαλαρώσει». Και ναι μεν ο μήνας που τρέχει πράγματι «μας πάει τρέχοντας» γιατί εμείς το επιλέξαμε, αλλά ο επόμενος κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει που δεν θα το έχουμε εμείς επιλέξει.
Το να μεταθέτουμε στο μέλλον τις ελπίδες μας για μια εντελώς φανταστική και εξωπραγματική κατάσταση χαλάρωσης χωρίς προβλήματα, χωρίς παθήματα, χωρίς μαθήματα, συμβαίνει γιατί δεν έχουμε περάσει το μάθημα που μιλάει για την αληθινή και ταπεινή ευτυχία, για τον επίγειο παράδεισο που βρίσκονται μέσα μας ακόμη κλειδωμένα.

Έτσι λοιπόν:
  • όταν ζηλεύουμε τον γείτονα που αυτήν την περίοδο μοιάζει να μην έχει προβλήματα, αντί να θυμηθούμε τι σταυρό κουβάλαγε πριν λίγα χρόνια,
  • όταν τα βάσανα και τις αγωνίες των γονιών μας στα οποία πάτησε η δική μας πρόοδος δεν τα βλέπουμε σαν δικά μας κι ας μην τα νιώσαμε τότε που είμαστε παιδιά,
  • όταν τις περιπέτειες της χώρας μας και τις θυσίες των προγόνων μας δεν τις βλέπουμε σαν προϋπόθεση των δικών μας ανέσεων,
  • όταν δεν ζητάμε τον «άρτον τον επιούσιον» αλλά τον θεωρούμε δεδομένο,
  • όταν σταματάμε να παλεύουμε για περισσότερη ελευθερία και δικαιοσύνη,
  • όταν θάβουμε τα όνειρά μας στον φόβο της αποτυχίας και στην λάσπη της μετριότητας,
  • όταν ταυτίζουμε την ηδονή, την απόλαυση, την ανεμελιά και την τεμπελιά με την ευτυχία,
  • όταν βλέπουμε μόνον την νίκη ή μόνον το αγώνισμα,
  • όταν νοιαζόμαστε και αγχωνόμαστε για τα μικρά και ασήμαντα εξίσου με τα μεγάλα και σημαντικά,
  • όταν δεν κάνουμε σωστό απολογισμό για την ζωή μας μέχρι το τώρα και δεν οραματιζόμαστε το μέλλον μας με ενθουσιασμό, πίστη και ελπίδα,
  • όταν προτιμούμε να βλέπουμε το ποτήρι της ευτυχίας μας μισοάδειο αντί για μισογεμάτο,
τότε πρέπει πολλά ακόμη να πάθουμε και πολλά ακόμη να μάθουμε για την αληθινή και ταπεινή ευτυχία, για τον επίγειο παράδεισο που βρίσκονται μέσα μας ακόμη κλειδωμένα.

Πρέπει πολλά ακόμη να πάθουμε και πολλά ακόμη να μάθουμε μέχρι να βρούμε τα κλειδιά για να ξεκλειδώσουμε τα ζωτικά νοήματα της επίγειας περιπέτειάς μας.

Κι αν όλα αυτά που σου αράδιασα φίλε αναγνώστη, είναι πράγματι δύσκολο να τα θυμόμαστε ο καθένας μας καθημερινά, εν τούτοις είναι πολύ εύκολο και πίστεψέ με αρκετό να ρωτάμε τον εαυτό μας σε κάθε πτώση του:

Έπεσες . . . , έπαθες . . . Έμαθες;
Και τότε δίνοντας χρόνο για μια απάντηση,
σίγουρα όλα θα πηγαίνουν όλο και καλύτερα.

Οι άνθρωποι είναι το σημαντικότερο κεφάλαιο των επιχειρήσεων.


Τι δεν κάνουν οι περισσότερες επιχειρήσεις αλλά το κάνουν οι διαρκώς επιτυχημένες.

Το κεφάλαιο των επιχειρήσεων δεν είναι μόνον τα κτίρια, οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός παραγωγής. Στην σημερινή εποχή του χαοτικού, παγκοσμιοποιημένου και έντονα ανταγωνιστικού περιβάλλοντος των επιχειρήσεων, στην εποχή των γρήγορων αλλαγών και των συνεχών καινοτομιών,

το σημαντικότερο κεφάλαιο είναι οι γνώσεις, οι ικανότητες και το πάθος για αποτελέσματα που διαθέτουν και αφιερώνουν οι εργαζόμενοι των επιχειρήσεων.

Οι άνθρωποι πρώτα απ’ όλα, οι στόχοι, η εταιρική κουλτούρα, η οργάνωση και η ευελιξία είναι το «άυλο κεφάλαιο» των επιχειρήσεων. Συχνά η διοίκηση και τα στελέχη όλων των βαθμίδων δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσουν αυτό το κεφάλαιο. Η απογοήτευση και η παθητική παραμονή ή ακόμη και η αποχώρηση έμπειρων και πολύτιμων εργαζομένων κοστίζει εκατομμύρια και κάνει δυσκολότερη τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

άρθρο μου δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Επαγγελματίας και Καταναλωτής" Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2009.

'''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''''

Στη σημερινή κρίση, όσες επιχειρήσεις θα θελήσουν να μειώσουν το προσωπικό τους, θα βρεθούν μπροστά στο στρατηγικό ψευτο-δίλημμα: “ποιους?”. Ποιοι είναι οι απαραίτητοι; Ποιοι είναι οι φιλότιμοι; και ποιοι είναι οι αδιάφοροι; ποιοι είναι οι πολύτιμοι και ποιοι είναι οι αναποτελεσματικοί; κλπ, κλπ.

Όμως πριν φθάσουν σε τέτοια ψευτο-διλήμματα οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν προσπεράσει αναπάντητο το ουσιαστικό ερώτημα:

«για ποιους λόγους αποχωρούν οικειοθελώς πολλές φορές κάποιοι πολύτιμοι εργαζόμενοι ;»

Αλλά ακόμη και αν δεν έχουν αντιμετωπίσει, οδυνηρά, αυτό το φαινόμενο της αποχώρησης σημαντικών «ανθρώπων τους» ίσως τα αίτια που οδηγούν σ’ αυτό να υπάρχουν ήδη και να δρουν υπόγεια, αφαιρώντας από τον δυναμισμό αυτών των ανθρώπων και περιορίζοντας την ανάπτυξη των δημιουργικών και αποτελεσματικών πρωτοβουλιών τους.

Η Διοίκηση της επιχείρησης, σε αυτές τις περιπτώσεις, έχει κεφάλαιο που δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, έχει κεφάλαιο που δεν το αξιοποιεί σωστά και έχει όλη την ευθύνη.

Τα τελευταία χρόνια, μια πληθώρα επιστημονικών ερευνών καθώς και πολλά δημοσιευμένα άρθρα διαπραγματεύονται τα αόρατα σημάδια της αποστασιοποίησης των απογοητευμένων εργαζομένων. Συχνά μέσα στις επιχειρήσεις υψώνεται ένας τοίχος ανάμεσα στον εργοδότη και τους εργαζόμενους - ακόμη και ανάμεσα στους μάνατζερς και την ανώτερη ηγεσία.

Το αποτέλεσμα είναι οι εταιρείες να χάνουν τους καλύτερους και αποδοτικότερους ανθρώπους τους ή να χάνουν από το μέγιστο της απόδοσής τους, όταν αυτοί παραμένουν παθητικοί και απογοητευμένοι.

Στη συνέχεια θα αναζητήσουμε τις απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα όπως καταγράφονται σε άρθρο περιοδικού σχετικού με την διοίκηση των επιχειρήσεων:

  • Πώς τα δύο μέρη, διοίκηση και εργαζόμενοι, μπορούν να επικοινωνήσουν καλύτερα τις προσδοκίες που έχει ο ένας από τον άλλο;
  • Πως η φροντίδα για την ανάπτυξη των ικανοτήτων των εργαζομένων και η αναγνώριση της αξίας και της απόδοσής τους, από την μεριά της διοίκησης, αυξάνουν την αφοσίωση και την παραμονή των εργαζομένων και πώς οι εταιρείες μπορούν να καλλιεργήσουν βαθύτερη σχέση με τους ανθρώπους τους;
  • Γιατί ορισμένοι μάνατζερς διστάζουν να αναγνωρίσουν το έργο των υφισταμένων τους και πώς η ανώτερη ηγεσία μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα; Πώς οι μάνατζερς μπορούν να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη των υφισταμένων τους και να αυξήσουν την αυτοπεποίθησή τους αλλά και την αφοσίωσή τους στους σκοπούς της επιχείρησης;
  • Πώς η διοίκηση θα βοηθήσει τους εργαζόμενους να διατηρήσουν μία ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική και στην επαγγελματική τους ζωή και πώς θα μετριάσει την πίεση που δέχονται από τη δουλειά τους;

Η Διαδικασία της Αποστασιοποίησης.

Η παραίτηση ενός εργαζόμενου ποτέ δεν είναι αποτέλεσμα μίας ξαφνικής απόφασης. Αντίθετα είναι η κατάληξη μιας μακρόχρονης διαδικασίας αποστασιοποίησης, που μπορεί να διαρκέσει ημέρες, εβδομάδες, μήνες, ή ακόμη και χρόνια. Στην πορεία από την αποστασιοποίηση μέχρι την παραίτηση ο εργαζόμενος περνά από αρκετά διαδοχικά και προβλέψιμα πλέον στάδια:

  • Ξεκινά την καινούργια του δουλειά με ενθουσιασμό αλλά και αρχίζει να αναρωτιέται αν έκανε καλά που δέχθηκε τη δουλειά.
  • Αρχίζει μετά να σκέφτεται σοβαρά να παραιτηθεί, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βελτιώσει τη θέση του και την σχέση του με τη διοίκηση.
  • Κάποια στιγμή αποφασίζει να παραιτηθεί και υπολογίζει το κόστος της παραίτησης.
  • Αργότερα αρχίζει παθητικά να αναζητά άλλη δουλειά (ψάχνεται μέσα του). Κατόπιν προετοιμάζεται να αναζητήσει ενεργητικά άλλη δουλειά και ξεκινάει να αναζητεί άλλη δουλειά.
  • Τέλος, δέχεται τη νέα θέση που βρήκε αλλού και τελικά παραιτείται για να εργαστεί εκεί, ή παραιτείται χωρίς να έχει βρει άλλη δουλειά, ή παραμένει και αποστασιοποιείται πλήρως.

Πολλοί μάνατζερς (διευθυντές και προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων) είναι συχνά τόσο απασχολημένοι, ώστε δεν θα καταλάβαιναν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι υφιστάμενοί τους, ακόμη κι αν εκείνοι είχαν κρεμάσει στο λαιμό τους μία ταμπέλα που θα έλεγε «Προσπαθώ να Αλλάξω τα Πράγματα!», ή «Κάθε Μέρα Χάνω Όλο και Περισσότερο το Ενδιαφέρον μου!».

Οι μάνατζερς όμως θα πρέπει να είναι σε θέση να «διαβάζουν» τα σημάδια δυσφορίας των υφισταμένων τους πριν χάσουν τους καλύτερους και αποδοτικότερους ανθρώπους τους.

Από τη στιγμή που ένας εργαζόμενος αποφασίζει να παραιτηθεί μέχρι τη στιγμή που υλοποιεί την απόφασή του, οι πιθανότητες να κατορθώσει ο δικός του μάνατζερ να κερδίσει ξανά τον εργαζόμενο, στη διάρκεια αυτής της περιόδου, είναι πλέον ελάχιστες. Γι αυτό και ο μάνατζερ πρέπει να έχει τις κεραίες του τεντωμένες και να είναι σε επιφυλακή ώστε να εντοπίσει έγκαιρα τα πρώτα σημάδια αποστασιοποίησης των υφισταμένων του - όταν ακόμη θα έχει το περιθώριο να αντιδράσει.

Γιατί Παραιτούνται.

Οι εργαζόμενοι αρχίζουν να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τη δουλειά, να αποστασιοποιούνται και να εξετάζουν τη λύση της παραίτησης, όταν η δουλειά τους δεν καλύπτει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες τέσσερις ανάγκες τους:

Εμπιστοσύνη. Η προσδοκία ότι η εταιρεία και η διοίκηση θα φανούν συνεπείς στη δέσμευσή τους να είναι ειλικρινείς και ανοιχτοί μαζί του, να επενδύσουν πάνω του, να του φερθούν δίκαια και να τον ανταμείψουν έγκαιρα και ανάλογα με το έργο που παράγει.

Ελπίδα. Η προσδοκία ότι θα μπορέσει να αναπτυχθεί ο ίδιος, να βελτιώσει τις δεξιότητές του και να εξελιχθεί επαγγελματικά και να ικανοποιήσει την ανάγκη του για ανανέωση και αλλαγή.

Αυτοεκτίμηση. Η σιγουριά ότι έχει τα προσόντα και αν δουλέψει σκληρά, δώσει τον καλύτερό του εαυτό και δείξει πάθος για τη δουλειά του, θα φέρει αποτελέσματα.

Αποτελεσματικότητα. Η προσδοκία ότι θα του ανατεθούν τα κατάλληλα καθήκοντα ώστε να αξιοποιήσει τα ταλέντα του και να φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.


Ποιοι είναι οι Αφανείς Λόγοι και πώς εκδηλώνονται.

Οι εργαζόμενοι είναι δυσαρεστημένοι όταν, ενώ επιθυμούν μία αποτελεσματική διοίκηση, θεωρούν ότι η διοίκηση της εταιρείας τους είναι αναποτελεσματική. Παραπονούνται συχνά για ευνοιοκρατία, όταν αυτό που βεβαίως προτιμούν είναι οι ίσες ευκαιρίες.

Αν η διοίκηση εντοπίσει τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι εργαζόμενοι αποφασίζουν να παραιτηθούν, θα έχει εντοπίσει τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ενισχύσει τους εργαζόμενους και να τους βοηθήσει να παραμείνουν και να εργαστούν με πάθος στην εταιρεία.

Αυτοί οι βασικοί λόγοι είναι επτά:

  1. Η δουλειά ή το εργασιακό περιβάλλον, τελικά δεν ήταντα αναμενόμενα για τον εργαζόμενο.
  2. Τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν δεν ταιριάζουν με τις ικανότητες ή τη φύση του.
  3. Ανεπαρκής εκπαιδευτική φροντίδα και ανεπαρκής αναγνώριση της αξίας και της προσφοράς του από την διοίκηση.
  4. Περιορισμένες προοπτικές βελτίωσης και εξέλιξης, οπότε δεν έχει ισχυρά κίνητρα.
  5. Ο εργαζόμενος νιώθει ότι τον υποτιμούν και δεν αναγνωρίζουν το έργο του.
  6. Πίεση από υπερβολικό φόρτο εργασίας και έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στην προσωπική και στην επαγγελματική ζωή του εργαζόμενου.
  7. Ο εργαζόμενος χάνει την εμπιστοσύνη του προς την ανώτερη διοίκηση.
Για τον πρώτο από τους λόγους αυτούς.

1ος λόγος: Η Δουλειά ή το Εργασιακό Περιβάλλον δεν ήταν τα Αναμενόμενα για τον εργαζόμενο.

Κάθε μέρα, εργαζόμενοι που μόλις έχουν προσληφθεί περνούν για πρώτη φορά το κατώφλι της εταιρείας τους γεμάτοι αισιοδοξία αλλά και καμιά φορά με ψευδαισθήσεις και ουτοπικές προσδοκίες. Ορισμένοι παραμένουν και προσαρμόζονται, άλλοι αποστασιοποιούνται, όμως παραμένουν, και άλλοι αποδεσμεύονται και φεύγουν.

Συχνά ο λόγος της απογοήτευσής τους ήταν κάποια προσδοκία που δεν βγήκε αληθινή. Σε κάποιες περιπτώσεις οι προσδοκίες του εργαζόμενου μπορεί να ήταν ουτοπικές, σε άλλες όμως όχι. Στην ουσία, όμως, τόσο οι ανικανοποίητες όσο και οι ουτοπικές προσδοκίες κοστίζουν στις επιχειρήσεις εκατομμύρια ευρώ από έργο που δεν αποδόθηκε. Οι «ανικανοποίητες προσδοκίες» εκείνων των εργαζομένων που αποφασίζουν να παραιτηθούν, μπορεί να αποτελούν συχνά την κυριότερη αιτία της παραίτησης.

Το Ψυχολογικό Συμβόλαιο

Ο John Paul Kotter, διεθνούς φήμης ειδικός σε θέματα ηγεσίας, ερμηνεύει τις ανικανοποίητες προσδοκίες υπό το πρίσμα ενός «ψυχολογικού συμβολαίου». Το ορίζει δηλαδή σαν «μία άρρητη μεν αλλά προφανή συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και της εταιρείας στην οποία προσδιορίζεται τι περιμένει να δώσει και να πάρει η κάθε πλευρά».

Όταν ο εργαζόμενος συνειδητοποιεί ότι ο εργοδότης του δεν καλύπτει μία από τις βασικές δεσμεύσεις του ψυχολογικού συμβολαίου, συχνά καταλήγει να αισθάνεται προδομένος - σαν να είχε σπάσει ένα πραγματικό συμβόλαιο από κακή πίστη. Αυτό μπορεί να αποτελέσει το σημείο καμπής για τον εργαζόμενο και να ξεκινήσει η πορεία προς την αποστασιοποίηση και την παραίτηση.

Όσο πιο ξεκάθαρες είναι οι προσδοκίες του εργαζόμενου, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να καλυφθούν. Ωστόσο, πολλοί νέοι εργαζόμενοι που πιάνουν την πρώτη τους δουλειά, έχοντας μόλις αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο, δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν και ο εργοδότης δεν είναι σαφής, όσον αφορά τις προσδοκίες που έχει από τον εργαζόμενο - κάτι που συμβαίνει συχνότερα.

Οι όροι του «ψυχολογικού συμβολαίου» αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου καθώς οι προσδοκίες του εργαζόμενου αλλά και της εταιρείας μπορεί να διαφοροποιούνται. Με κάθε αλλαγή των προσδοκιών η ανοιχτή επικοινωνία είναι εκείνη που βοηθά τις δύο πλευρές να παραμένουν ευθυγραμμισμένες, ή που μπορεί να οδηγήσει σε μία αμοιβαία συμφωνία επαναδιαπραγμάτευσης ή μιας αξιοπρεπούς, έντιμης και αμοιβαία επωφελούς παύσης του «συμβολαίου».

Εξετάσαμε τον πρώτο λόγο που είναι «Η δουλειά ή το εργασιακό περιβάλλον δεν ήταν τα αναμενόμενα για τον εργαζόμενο» και συνεχίζουμε με τους υπόλοιπους λόγους.

2ος λόγος: Τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στον εργαζόμενο δεν ταιριάζουν με τις ικανότητές του ή την προσωπικότητά του.

Έρευνες των τελευταίων 25 χρόνων έχουν δείξει ότι το 80% των εργαζόμενων αισθάνονται ότι δεν αξιοποιούν καθημερινά όλες τις δυνατότητές τους. Αυτό σημαίνει ότι μόνον το 20% του εργαζόμενου πληθυσμού εργάζεται αξιοποιώντας καθημερινά όλες του τις δυνατότητες. Δεν είναι εκπληκτικό;

Αυτό που λείπει σε πάμπολλες εταιρείες είναι η προσπάθεια της διοίκησης να τοποθετήσει τους κατάλληλους ανθρώπους στις κατάλληλες δουλειές. Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτή η έλλειψη ορθής επιλογής;

Αν και μπορούμε να απαριθμήσουμε πολλούς λόγους, ο σημαντικότερος είναι η έλλειψη κατανόησης της φύσης του ανθρώπινου ταλέντου. Ορισμένοι μάνατζερ πιστεύουν ότι μπορούν να τοποθετήσουν τους εργαζόμενους σε οποιοδήποτε κενό πρέπει να καλυφθεί.

Άλλοι εκτιμούν ότι οι δεξιότητες και οι γνώσεις είναι σημαντικότερες από το ταλέντο. Αυτές οι δύο παρανοήσεις συχνά οδηγούν σε πρόσκαιρες λύσεις, που όμως αγνοούν την επιτυχία που μπορεί να προέλθει μακροπρόθεσμα συνταιριάζοντας τα ταλέντα, τις γνώσεις και τις δεξιότητες του εργαζόμενου με την κατάλληλη γι αυτόν δουλειά.

3ος λόγος: Ανεπαρκής εκπαιδευτική εποπτεία και ανατροφοδότηση.

Η εποπτεία και η εκπαίδευση των νέων υπαλλήλων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες καθώς τους βοηθούν να απαντήσουν τέσσερα βασικά ερωτήματα που κρύβουν μέσα τους:

1. Πού κατευθύνεται η εταιρεία;

2. Πώς θα φτάσουμε εκεί;

3. Ποια περιμένουν να είναι η δική μου συνεισφορά;

4. Ποια είναι η απόδοσή μου μέχρι σήμερα;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι αυτό που σε μεγάλο βαθμό δίνει νόημα στις προσπάθειες του εργαζόμενου. Ο εργαζόμενος πρέπει να γνωρίζει αν οι προσπάθειές του ευθυγραμμίζονται με τους στόχους της εταιρείας και τις προσδοκίες του άμεσου προϊσταμένου του.

Η ευθυγράμμιση αυτή αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να καλλιεργηθεί η αφοσίωση του εργαζόμενου προς την εταιρεία.

Απαιτείται εποπτεία και ανατροφοδότηση του εργαζόμενου από τον προϊστάμενό του.

Η σχέση μάνατζερ-υπαλλήλου είναι σύνθετη, όμως στην καλύτερη περίπτωση με την απαραίτητη προσπάθεια και την κατάλληλη προσέγγιση της εποπτείας οι εργαζόμενοι μπορούν να αναπτύξουν δεσμούς επιτυχίας με τη δουλειά τους. Ο εργαζόμενος πρέπει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες του προϊσταμένου του και να λαμβάνει πληροφόρηση καθημερινά (ανατροφοδότηση) για τα αποτελέσματα που φέρνει. Αυτό είναι στοιχειώδες καθήκον κάθε μάνατζερ – προϊσταμένου.

4ος λόγος: Περιορισμένες προοπτικές βελτίωσης και εξέλιξης.

Οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί παγκοσμίως στο επιχειρηματικό περιβάλλον και τον τρόπο λειτουργίας των εταιρειών είναι τόσο σημαντικές ώστε πρέπει να εξετάσουμε τον αντίκτυπο που έχουν αυτές οι αλλαγές στην καριέρα και στην εξέλιξη των εργαζομένων.

Οι περικοπές προσωπικού στις οποίες συχνά προχωρούν οι εταιρείες έχουν κλονίσει το βαθμό αφοσίωσης των εργαζομένων, ενώ έχει κορυφωθεί και η ανασφάλεια που νιώθουν. Η κοντόφθαλμη εστίαση στα άμεσα οικονομικά αποτελέσματα αναγκάζει τις διοικήσεις να μειώσουν τα κόστη και να πιέσουν τους εργαζόμενους να παράγουν περισσότερο έργο με λιγότερα χρήματα.

Όμως το κέρδος από την αυξημένη παραγωγικότητα έχει το δικό του κόστος. Οι συνέπειες που κοστίζουν είναι:

  • εργαζόμενοι που είναι λιγότερο ικανοποιημένοι
  • στασιμότητα στη δημιουργία θέσεων εργασίας
  • λιμνάζουσες καριέρες.

Οι περισσότερες εταιρείες (ιδιαίτερα αυτές που προτιμούν τον έλεγχο σε βάρος της αυτονομίας) δεν προσφέρουν ευκαιρίες εξέλιξης. Ωστόσο, οι εταιρείες που ξεχωρίζουν δίνουν στους υπαλλήλους τους το μήνυμα ότι πρέπει να πάρουν την εξέλιξη της καριέρας τους στα χέρια τους.

Αυτό όμως το κάνουν εξοπλίζοντας τους ανθρώπους τους με τα εργαλεία και με την εκπαίδευση που είναι απαραίτητα για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να γίνουν όσο το δυνατόν καλύτεροι.

5ος λόγος: Ο εργαζόμενος νιώθει ότι τον υποτιμούν και δεν αναγνωρίζουν τη δουλειά του.

Όλοι μας θέλουμε να νιώθουμε σημαντικοί, ωστόσο δυστυχώς, πολλές εταιρείες καταφέρνουν να κάνουν τους ανθρώπους τους να νιώθουν το ακριβώς αντίθετο. Ίσως οι εργαζόμενοι νιώθουν ότι δεν υπάρχει ούτε μία απλή αναγνώριση της προσπάθειάς τους, ή ότι δίνεται περισσότερη βαρύτητα στους αριθμούς παρά στην αξία τους.

Ίσως επίσης να νιώθουν ότι δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος από τα ανώτερα κλιμάκια που γνωρίζει την ύπαρξή τους ή ότι εργάζονται στην εταιρεία.

Μπορεί ακόμη οι μάνατζερ που φροντίζουν να αναγνωρίζουν το έργο των υφισταμένων να μην το κάνουν την κατάλληλη στιγμή ή ακόμη οι επιβραβεύσεις που δίνουν ίσως απέχουν πολύ από αυτά που οι εργαζόμενοι αναμένουν σαν επιβράβευση.

Απρόθυμη Διοίκηση

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους οι μάνατζερ είναι κάποιες φορές απρόθυμοι να αναγνωρίσουν το έργο των υφισταμένων τους.

Πολλοί από αυτούς ίσως δεν γνωρίζουν καν τον τρόπο - ίσως οι προϊστάμενοι με τους οποίους εργάστηκαν ήταν οπαδοί της «πολιτικής μη επέμβασης» όσον αφορά την αναγνώριση των υφισταμένων τους. Έχουν την άποψη που λέει ότι: «Αν δεν έχω κάτι να σου πω, αυτό σημαίνει ότι κάνεις καλή δουλειά». Όμως η σιωπή δεν μπορεί ποτέ να λειτουργεί σαν επιβράβευση. Ο καλός λόγος είναι μοχλός που σηκώνει και βουνά.

Άλλοι προϊστάμενοι πάλι, ίσως δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην απόδοση των υφισταμένων τους, με αποτέλεσμα να μη συνειδητοποιούν ότι έχει γίνει κάτι αρκετά σημαντικό που αξίζει να επιβραβευτεί.

Άλλοι έχουν αμφιβολίες ή δεν γνωρίζουν αρκετά καλά τη δουλειά του υφισταμένου ώστε να μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ της μέτριας και της εξαιρετικής απόδοσης. Ίσως νομίζουν ότι θα φανούν ψεύτικοι αν επιβραβεύσουν τους υφισταμένους τους ή απλώς φοβούνται να αναγνωρίσουν την εξαιρετική απόδοση κάποιων και να ξεχάσουν κάποιους άλλους.

Όμως όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι αδικαιολόγητες και είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε το σκεπτικό ή τη συναισθηματική διαδικασία που κρύβεται πίσω από τον τρόπο που οι μάνατζερ αναγνωρίζουν ή αδιαφορούν για το έργο των υφισταμένων τους.

6ος λόγος: Έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στην προσωπική και στην επαγγελματική ζωή του εργαζόμενου.

Οι πιέσεις που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι μόνο προβληματισμό μπορούν να προκαλέσουν και είναι:

  • υπερβολικός φόρτος εργασίας,
  • αντικρουόμενα συναισθήματα,
  • υποχρεωτικές υπερωρίες,
  • ανοργάνωτοι προϊστάμενοι,
  • κουτσομπολιά στους διαδρόμους,
  • παρενοχλήσεις,
  • προκαταλήψεις,
  • και πόσα ακόμη.

Οι εργαζόμενοι συχνά αναγκάζονται να θυσιάσουν χρόνο από την οικογένειά τους για να εργαστούν υπερωριακά, αντιμετωπίζουν έλλειψη ευαισθησίας από τη μεριά των συναδέλφων τους, ενώ σε μια στιγμή προσωπικής ανάγκης η εταιρεία μπορεί να μην τους επιτρέψει ούτε μία μέρα άδεια.

Πρόκειται για τους ανθρώπους που εργάζονται περισσότερες ώρες από το ωράριό τους, δεν κάνουν διάλειμμα για γεύμα, εμφανίζονται στη δουλειά ακόμη και όταν είναι άρρωστοι, παίρνουν δουλειά στο σπίτι και όπως είναι φυσικό, εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους με χιλιάδες κρυφούς, μισοφανερούς και φανερούς τρόπους.

Οι διοικήσεις των εταιρειών πρέπει να εξετάσουν αν η εταιρική τους κουλτούρα είναι «ανθυγιεινή», ή ακόμη και «τοξική». Αν πιέζεις τους υπαλλήλους σου να διαλέξουν ανάμεσα στο να έχουν προσωπική και οικογενειακή ζωή ή εξέλιξη και πετυχημένη καριέρα, τότε η κουλτούρα της εταιρείας πάσχει.

Οι εργαζόμενοι δεν είναι απλώς πόροι: είναι άνθρωποι.

Πρέπει να τους ενισχύεις και όχι να περιορίζεσαι απλά στο να τους ελέγχεις. Αν δεν αντιμετωπίσει η διοίκηση αυτό το ζήτημα, τότε την απάντηση θα δώσουν οι εργαζόμενοι - εγκαταλείποντας την εταιρεία ή χαμηλώνοντας τους ρυθμούς και τα αποτελέσματά τους.

7ος λόγος: Ο εργαζόμενος χάνει την εμπιστοσύνη του προς την ανώτερη διοίκηση.

Η ανώτερη διοίκηση έχει την υποχρέωση να δημιουργήσει μία κουλτούρα εμπιστοσύνης και ακεραιότητας που θα ενισχύει τους δεσμούς και την αφοσίωση των εργαζομένων. Αν και η πρόκληση είναι κοινή για όλα τα στελέχη και τους υπαλλήλους της εταιρείας, επιβάλλεται η ανώτερη διοίκηση να δείχνει το δρόμο και να δίνει το καλό παράδειγμα. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, ιδιαίτερα όταν οι εργαζόμενοι έχουν ήδη κάποια προβλήματα με τους μάνατζερ και την ανώτερη διοίκηση.

Ίσως παραπονούνται για έλλειψη εμπιστοσύνης και ακεραιότητας από την πλευρά της διοίκησης και ίσως νιώθουν ότι τα ανώτερα στελέχη δεν έχουν επαφή με την καθημερινότητα που οι εργαζόμενοι βιώνουν. Ακόμη, μπορεί να νιώθουν ότι η διοίκηση ενδιαφέρεται μόνο για το κέρδος και όχι για τις ανάγκες και τα προβλήματα των υπαλλήλων.

Εύκολα μπορεί κανείς να διαγνώσει την ύπαρξη παρόμοιων προβλημάτων από τη συμπεριφορά των υπαλλήλων, την έλλειψη ενθουσιασμού, τα αυξανόμενα παράπονα και την αμφισβήτηση των πολιτικών που ακολουθούνται και των πρακτικών που εφαρμόζονται.

Όταν επίσης υπάρχουν μάνατζερ που αρχίζουν να αμφισβητούν τις αποφάσεις και τις ενέργειες της ανώτερης διοίκησης, ή αντιστέκονται ενεργά στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει ή τις αλλαγές που προσπαθεί να επιβάλει η ηγεσία της εταιρείας, τότε αυτό είναι πολύ ισχυρή απόδειξη (όχι ένδειξη) ότι η ανώτερη διοίκηση χωλαίνει.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ & ΜΑΡΤΙΟΣ 2009

ΝΙΚΟΣ Γ. ΝΗΜΑΣ