Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.

Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.
Να μικρύνουμε τις αποστάσεις, να φτιάξουμε γειτονιές διαδικτυακές, να ακούσουμε τον θόρυβο του διπλανού, τον αναστεναγμό και το τραγούδι του,
το γέλιο του και την κραυγή του.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Έχεις νερό; Πότισε!


Ο κόσμος δεν πολυνοιάζεται . . . τρέχει, σκοντάφτει, πέφτει και ξανασηκώνεται. Ο κόσμος δεν θέλει να σωθεί!
Εσύ; Το θέλεις πολύ; Μάλλον σε γοητεύει να σώσεις, μα τη δική σου τη ψυχή θα τα καταφέρεις να τη σώσεις;
Πιθανότερο είναι μιαν άλλη ψυχή πιο καθαρή, πιο έτοιμη από τη δική σου, πιο περήφανη και λεύτερη, λιγότερο βασανισμένη . . . ίσως να τη σώσει έστω και μια κουβέντα σου. Μια τέτοια σωτηρία πριν από τη δική σου, μπορεί να σου ανοίξει και τον δικό σου δρόμο.
Η ελπίδα της Αγάπης θα είναι ο μπροστάρης σύμμαχος. Όσο για τους «άλλους συμμάχους» είναι ακόμη δίπλα σου και παραστέκουν σταθεροί, παρ’ όλη τη δική σου αστάθεια. Μην τους προδώσεις αυτούς τουλάχιστον.
Δώσε τη μάχη μέχρι το τέλος κι ας μην προλάβεις να πεις «νενικήκαμεν».
Ίσως να σου συγχωρεθεί η αστάθεια κι η ανθρώπινη κουτοπονηριά αν μείνεις στη μάχη μέχρι το τέλος. Οι σύμμαχοι θα ανακράξουν τα εμβατήρια και τα δοξαστικά όταν θα αποχωρήσεις . . .

«Κοίταξε ! ένα φως χαράζει στις κορυφογραμμές. Λες σήμερα να γίνει το θαύμα;»
Κράτα ανοιχτά αυτιά και μάτια, μην αρνηθείς την πρόσκληση και μην τρομάξεις απ’ την πρόκληση.

Ιδού λοιπόν ό,τι ευχήθηκες τόσο βαθιά, μπορεί να σου δοθεί: «το δικαίωμα να δώσεις αυτήν τη μάχη».

Πρόσεχε όμως! Άλλο να το ζητάς κι άλλο να πολεμήσεις πραγματικά.
Άλλο ο μέσα σου πόλεμος κι άλλο μια πυρκαγιά σ’ άλλες ψυχές.

Αντέχεις την ευθύνη, το φορτίο;
Έχεις νερό να τις ποτίσεις;
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Ώρα πολύ έχει περάσει και πίσω απ’ τον χείμαρρο των συμβολισμών δυνάμωσε ο θόρυβος του χρέους.
Είναι καλοκαίρι, ξηρασία, καιρός της δίψας. Με βαραίνει το χρέος του μικρού δημιουργού, απέναντι στα πλάσματα, που έχει χρεωθεί τη φροντίδα τους. Φυτά και θάμνοι, δέντρα και δενδρύλλια, χόρτα κι αγριάδες λιγωμένα για νερό, αντίκρυ στο λιοπύρι, αργοσαλεύουν γύρω από τη ρίζα τους και με περιμένουν. Ο κηπάκος μου, το μικρό μου σύμπαν με περιμένει να το ποτίσω ενέργεια, αγάπη και δροσερό νεράκι.

Τι είναι, στ’ αλήθεια, λίγες δεκάδες τετραγωνικά μέτρα κήπου!
Ψηλά, από τον πρώτο όροφο που τα κοιτάζω, χωράνε μόνο σε μια ματιά.
Από ψηλότερα μια κουκίδα κι από τα φοβερά ύψη θα είναι ανύπαρκτα.
Από το μπόι μου, λίγα μέτρα περιπάτου.
Στο μπόι ενός νηπίου, ένας τεράστιος κήπος.
Στα λίγα εκατοστά πάνω απ’ το χώμα, μια παρθένα ζούγκλα, ένας Παράδεισος γεμάτος ζωή, θανάτους και γεννήσεις.

Πόσες και πόσες φορές έχω σκύψει εκεί χαμηλά σαν κοντορεβιθούλης για να μυρίσω από κοντά, να συνταξιδέψω με τα μυρμήγκια μέσα στα χόρτα και τους θάμνους που φαίνονται τεράστια δέντρα!

Αρχίζω πριν σηκωθεί ψηλά ο ήλιος.
Ποτίζω τη γη κι ακούω τους ευχαριστήριους ύμνους να αναπέμπονται προς τα άνω.
«Τι ευλογία να έχεις νερό σε άνυδρο καιρό . . . !»

Κάθε δέντρο, κάθε φυλλωσιά και θάμνος, κάθε ρίζα που αναριγεί στη δροσιά που περιχύνω, μου μιλάει και τ’ αυτιά μου το ακούνε. Τα νιώθω και αναριγώ κι εγώ μαζί τους.
«να έχεις νερό σε άνυδρο καιρό . . . κι αυτιά που ακούνε του χρέους τη φωνή . . .
- Έχεις νερό; Πότισε! - Έχεις νερό; Πότισε! - Έχεις νερό; Πότισε!»

Ποτίζω λοιπόν και κείνο το μικρό δενδρύλλιο στη γλάστρα. Η ψυχή μου σκίζεται από ενοχές. Η συνείδησή μου αρχίζει να απαγγέλλει κατηγορητήριο:
«Τόσους μήνες όλα σου τα πλάσματα ρουφούν νερό και χυμούς βαθιά απ’ τη γη και ανυψώνονται και καμαρώνουν την άνοιξη και αντέχουν καρτερικά το καλοκαίρι, εκτός από τούτο το καχεκτικό μέσα στη γλάστρα. Τι κι αν το ποτίζεις αφού δεν έχει χώμα ν’ απλώσει ρίζες; Τι κι αν έχει νερό αφού δεν έχει την αγάπη σου; Τι κι αν έχεις νερό, αφού δεν έχεις αγάπη και γι αυτό το μικρό; Τι κι αν νοιάζεσαι για το δάσος αφού ξέχασες ένα μόνο δέντρο; Μπορεί η Αγάπη να είναι επιλεκτική;»

Δεν τολμώ να δικαιολογηθώ, ούτε καν μια υπόσχεση να δώσω για μεταφύτευση στο χώμα. Δεν υπάρχει θέση στον κήπο μου αλλά τότε γιατί το ανάστησα ως ένα μέτρο μπόι;
«πως μπορείς να αποφασίζεις για την γέννηση ενός παιδιού αν δεν έχεις μια θέση στην καρδιά σου τον καιρό που θα ενηλικιωθεί;»

Ο ήλιος δυνάμωσε τις ακτίνες του, τα τζιτζίκια άρχισαν το τραγούδι τους κι γης να ψήνεται.
Πιο πέρα φύλλα διπλωμένα και βλαστάρια κυρτωμένα προς τη γη, χωρίς περηφάνια εκλιπαρούν για σταγόνες δροσιάς, υπομονετικά ως την ώρα που θα έλθει η νύχτα. «Έχεις νερό; Πότισέ μας!»

Κάποια θαμνώδη, πιο τραχιά, «πάππου προς πάππου» προσαρμοσμένα, πίνουν απ’ την υγρασία του αέρα και υπομένουν. Είναι αυτόνομα, σχεδόν ελεύθερα από την ανάγκη. Ένα χάδι και σ’ αυτά, ένα σύννεφο ψιλή βροχούλα για βραβείο ας τους δώσω.

Σε μια γωνιά τα μικρά λευκά χρυσάνθεμα παρακαλούν κι αυτά για λίγες τελευταίες σταγόνες πριν τελειώσουν τον σύντομο βίο τους στις επερχόμενες ημέρες του Αυγούστου. Άσχημα, μαραμένα πια, στεγνά από χυμούς . . . γέρικα. Δεν τα πότισα, τα έλουσα μόνον να δροσιστούν. Πεθαίνουν σε λίγο, δεν θέλουν πότισμα, μόνο να δροσίσουν τις τελευταίες τους ανάσες.

Σαν τον γέρο μας, που κηδέψαμε πριν λίγο καιρό.
Δεν είχε ανάγκη από τροφή καθώς έσβηνε τελεσίδικα η ανάσα του.
Μόνον σταλαγματιές Αγάπη να ‘χει μαζί του στο τελευταίο του ταξίδι, δροσιά στα χείλη του για να πάρει τις τελευταίες του ανάσες ξεψυχώντας.

«Έχεις μια στάλα νερό; Πότισέ τον!» μια φωνή ψιθύριζε στ’ αυτιά της κόρης που δεν απομακρυνόταν από κοντά του.  
«Ακόμη μια στάλα Αγάπης, πότισέ τον! κι άλλη μια ! κι άλλη μια ! . . . 
και μία ακόμη την τελευταία για αντίο!»
- - - - - - - - - - - - - - - - -
Νίκος Νημάς
Ιούλιος 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου