Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.

Να συναντιόμαστε, όλο και πιο πολλοί, όλο και πιο θαρραλέοι.
Να μικρύνουμε τις αποστάσεις, να φτιάξουμε γειτονιές διαδικτυακές, να ακούσουμε τον θόρυβο του διπλανού, τον αναστεναγμό και το τραγούδι του,
το γέλιο του και την κραυγή του.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Γεννήθηκα Άνθρωπος


Εκείνες τις μέρες του Ιούλη του 2006, εγώ κι εκείνη, διαβάζαμε και σχολιάζαμε κάποιο βιβλίο με θέμα τα ανθρώπινα σφάλματα. Στην ενότητα για τις ενοχές και τις αγωνίες των ανθρώπων υπήρχε ένας κατάλογος με τις αγωνίες της καθημερινής ζωής στον αιώνα μας. Ανάμεσα στις είκοσι επτά αγωνίες μερικές είχαν την προέλευσή τους σε προηγούμενους αιώνες. Πρώτες όμως στη σειρά οι αγωνίες για τα παιδιά μας, την υγεία μας, τη δουλειά μας, την οικονομία, την κοινωνική ασφάλιση, τα ατυχήματα και μόνον στη δέκατη ένατη θέση η αγωνία για «τη μετά θάνατον τύχη μας».
Η αγωνία αυτή διατυπωνόταν κάπως έτσι:
«αγωνιώ για το που θα βρεθώ μετά τον θάνατό μου (κάπου ή στο τίποτε) αν δεν υπάρχει Θεός. Δεν μπορώ να υποφέρω την ιδέα ότι δεν υπάρχει τίποτε μετά τον θάνατο».
Κλώτσησα πρώτος.
«Μα πως είναι δυνατόν, η κατ’ εμένα, υπ’ αριθμόν ένα αγωνία να βρίσκεται στη δέκατη ένατη θέση; Αν κρατήσουμε μόνον αυτήν ή έστω αν σταθούμε με προσοχή μπροστά της, σχεδόν χάνουν το νόημά τους οι υπόλοιπες ή τουλάχιστον την ακολουθούν».
Ο αντίλογός της ήλθε κατά πάνω μου ολότελα αφοπλιστικός:
«Δεν με απασχόλησε ποτέ ή τουλάχιστον όχι με αυτήν ακριβώς τη διατύπωση και πάντως μετά από όλες τις άλλες αγωνίες».
Ήταν μια τοποθέτηση καθαρή και πέρα για πέρα ειλικρινής, δεν είχα καμιά αμφιβολία. Αυτή η απλότητά της, και η αμεσότητά της, δεν ήταν η πρώτη φορά που τάραζαν τη σχεδόν πρόσφατη υπαρξιακή μου γαλήνη.
Εγώ όμως, έχοντας περάσει πριν από χρόνια τα στενά της Σκύλας και της Χάρυβδης – τα στενά της Λογικής και της Γνωσιακής αναζήτησης του Θεού, είχα σχεδόν ηρεμήσει καθώς πλησίαζα τα πενήντα μου. Κολυμπούσα πλέον συχνότερα στα πελάγη της βιωματικής αναζήτησης της Αγάπης παρά της αναζήτησης της αλήθειας μέσα από τις γνώσεις.
Ωστόσο η παλιά αίγλη των φιλοσοφικών διαξιφισμών δεν έπαυε να με σαγηνεύει που και που, πράγμα που είχε συμβεί κι εκείνες τις ημέρες που διάβαζα παράλληλα και τη «Βιογραφία του Φωτός» του Γ.Γραμματικάκη και κάποια βιβλία του Stephen Hawking.
Μια παλιά ελπίδα ότι και η γνώση είναι ένας δρόμος για την αλήθεια δεν είχε ολότελα σβήσει μέσα μου. Μπροστά σε τέτοιους διαλόγους για «το μακρινό Πριν» και «το μακρινό Μετά» που ανάμεσά τους ασφυκτιά μερικές φορές «το τόσο κοντινό μα και συνάμα άπιαστο Τώρα», συνήθιζα να επικαλούμαι γνώσεις από τη Φυσική.
Κάθε φορά όμως αυτή η συγκεκριμένη ελπίδα δεν με παρηγορούσε όσο η δύναμη της Αγάπης.
Αυτή τη φορά όμως δεν ξέρω γιατί αντέδρασα διαφορετικά. Εκείνο που σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό μου ήταν:
«ευτυχώς, δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίδιοι κι ευτυχώς επίσης έχουμε στη διάθεσή μας μια “πραγματικά πυρηνική δύναμη”, αυτήν της Συντροφικότητας».
Απέναντί μας βρίσκεται το αχανές και Βίαιο Σύμπαν, μα απέναντί μας εδώ δίπλα μας βρίσκεται ο «άλλος», το άλλο πρόσωπο, η άλλη όψη του εγώ μας, ο κάθε στιγμή σύντροφός μας.
Ζούμε καθημερινά τη μια στιγμή την περιπέτεια της απέραντης μοναξιάς που προκαλεί η μοναδικότητα της ατομικότητάς μας και την επόμενη στιγμή έχουμε την δυνατότητα να αφουγκραστούμε τον σύντροφο. Γεννιόμαστε πολλοί μαζί για να έχουμε συντροφιά μέσα από τον διάλογο με το άλλο πρόσωπο, που μπορεί όταν το επιτρέπουμε να φωτίσει μιαν άλλη πλευρά του δικού μας προσώπου.
Εκείνη, η λατρεμένη μου συντρόφισσα, η πηγή τόσων προκλήσεων που κέντριζαν συχνά τον εγωιστικό πυρήνα μου, εξέπεμψε ξανά ακτίνες φωτός για να λιώσουν οι πάγοι του ναρκισσισμού μου.
Ξανά λοιπόν στην περιπέτεια να δοκιμάσω την αντοχή των γνώσεών μου. Ξανά υποχρεωμένος να ανακαλύψω τι τελικά φώτισαν και τι σκότισαν οι γνώσεις που συνάθροιζα στο σακούλι μου.
Τα επόμενα δυο – τρία δευτερόλεπτα η πρόκληση που δέχτηκα πυροδότησε με αστραπιαία ταχύτητα έναν ειρμό συναισθημάτων, εικόνων και ιδεών – σκέψεων, έτσι όπως στα όνειρα όπου γεγονότα, εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα εκτυλίγονται σε μηδενικό χρόνο.
Κράτησα την ουσία τους και τώρα προσπαθώ ατελώς, να την αποτυπώσω σε λέξεις.
Άρχισα αμέσως να της μιλώ και ένας ποταμός ξεχύθηκε από τη μνήμη.
«Άκουσε λοιπόν τι έχουμε μάθει μέχρι σήμερα εμείς οι άνθρωποι. Να, ποια είναι η πιθανότερη εκδοχή της εξέλιξης του σύμπαντος. Να, ποια αρχή – γέννησή του υποδεικνύουν τα μαθηματικά με βάση αυτήν την εξέλιξη και ποιες πιθανές εκδοχές του μακρινού τέλους του.»
Αράδιασα σχεδόν λαχανιασμένος ό,τι είχε το φτωχό σακούλι μου, πάνω στο τραπέζι του διαλόγου.
Ύλη κι ενέργεια, σωματίδια και κυματικές ακτινοβολίες, οι δυνάμεις που συνέχουν κι αναταράζουν τα σύμπαντα, οι νόμοι που φτιάχτηκαν για να περιγράψουν όσα καταλαβαίνουμε από τον χωρόχρονο, οι ανταλλαγές ύλης και ενέργειας, το φως που ταξιδεύει ασταμάτητα κουβαλώντας πληροφορίες και διηγούμενο ιστορίες, η σκοτεινή ύλη και τα βάραθρα στις «μαύρες τρύπες».
Σαν κούφια τενεκεδένια μπιχλιμπίδια ήχησαν πέφτοντας με αγωνία πάνω στο τραπέζι του διαλόγου.
Ταράχτηκα.
Τώρα η πρόκληση ερχόταν από μέσα μου. Το ερώτημα που ξεπήδησε, σκανδάλιζε πυροβολισμούς, ομοβροντίες στη γνωστική μου ισορροπία και ξυπνούσε τον εγκέλαδο της αμφιβολίας.
«Αφού δεν είναι σκληρή η επιφάνεια όπου τα αράδιασα, τότε μήπως είναι όντως κούφια όλα αυτά τα μπιχλιμπίδια γνώσης;»
Το βλέμμα της απέναντί μου ήταν και παρέμενε καθαρό και τίμιο. Η στάση της δεκτική και η ακοή της στραμμένη στο στόμα μου. Ο κούφιος ήχος δεν οφειλόταν σε σκληρή επιφάνεια. Δεν αδιαφορούσε, απλά δεν τη συντάραζαν όπως εμένα.
Θυμήθηκα την ίδια σκηνή να έχει επαναληφθεί με συντρόφους υλιστές, μηδενιστές και αγνωστικιστές που συνταράζονταν και αντέτειναν τα δικά τους. Τα επιχειρήματά μου πυροδοτούσαν τότε σεισμούς και ο διάλογος έμοιαζε χύτρα που θα εκραγεί.
Ποια να ήταν τώρα «η ώρα η καλή» και προς τα πού με έσπρωχνε να πορευτώ; Ποιον δρόμο δεν είχα εξερευνήσει ακόμη;
Το σκέφτηκα μα δεν τη ρώτησα: «δηλαδή, ποια αγωνία σε καίει, τι σε κόφτει περισσότερο, τι σε δροσίζει, πως ησυχάζεις, ποια παρηγοριά σε δυναμώνει πιο πολύ, σε ποια κατεύθυνση νομίζεις πως πορεύεσαι, από πού και για πού;»
Δεν τα ρώτησα όλα αυτά. Σχεδόν υποπτευόμουν τις απαντήσεις. Μάλλον τις ήξερα από καιρό τις απαντήσεις της μα δεν τις μέτραγα, ίσως γιατί δεν είχε έλθει η ώρα μου να καταλάβω.
Η ώρα η καλή ήταν τώρα.
Η ώρα της γέννας έφθασε.
Ήλθε η ευλογημένη στιγμή να νιώσω με το άγγιγμα της αδελφής ψυχής, την άλλη μου πλευρά.
Ήταν η ώρα της Συνάντησης.
Γνώριζα καλά, χρόνια τώρα, τους κραδασμούς της συντρόφισσάς μου.
Ζούσε για να αγαπά, να δίνει, να παίρνει, να πονά, να χαίρεται αληθινά, απλά, πολύ απλά, ανθρωπινά.

Έτσι λοιπόν, τόσο γεμάτα, τόσο βαθιά, τα ανθρώπινα μικρά γίνονται συμπαντικά. 
Στάθηκα για λίγο σιωπηλός, εκστατικός.
Άφωνος, ο φλύαρος μικρός δημιουργός, ακίνητος, .... σκυφτός.
Κι όμως ο άνθρωπος κι αλλιώς.
Ψηλά στους πύργους των θεωριών του σκαρφαλωμένος, να χτίσει κι άλλα πατώματα, να φθάσει πιο ψηλά. Γκρεμίζεται, ξανανεβαίνει, δεν σταματά. Πορεύεται απέναντι στο σύμπαν μοναχός.
Κι όμως ο άνθρωπος κι αλλιώς.
Εδώ στα γήινα λαγκάδια και ψηλώματα, με πάθη, λάθη και πληγές.
Ζωντανός.
Μάχεται το είναι του, οργώνει την ψυχή του και χτίζει ταπεινά καλύβια να στεγάσει την Αγάπη. Πορεύεται, χορεύοντας ερωτευμένος.
Ιδού ο άνθρωπος, νήπιο, γυμνός, ανόθευτος, ... Ωραίος.
Ιδού πάλι ο άνθρωπος, στολισμένος χειροποίητα κοσμήματα, γνώσεις, θεωρίες και πρακτικές, κατορθώματα, αμαρτίες και μεγαλεία, δέστε τον πως ποζάρει πάνω σε βάθρα στεφανωμένα απέναντι στο χάος.
Ιδού ο άνθρωπος, νεκρός, κουφάρι ζωντανό, μνήμη και λήθη τυλιγμένος.
Ιδού τα ίχνη της πορείας του σαν άστραψε απέναντι στο Φως.
Ιδού ο άνθρωπος, κτίστης και δημιουργός, σε δυο αλώνια ο ίδιος αλλιώς.
Χτίζει, λουσμένος αγωνία, την αρμονία των φυσικών νόμων για να τιθασεύσει το αχανές και ανεξήγητο.
Χτίζει, ντυμένος ομορφιά, την αρμονία των ανθρώπινων περιπτύξεων για να ενώσει ξανά τις ψυχές στον Μεγάλο Έρωτα.
Ιδού λοιπόν ο άνθρωπος λαμβάνει Φως, ιδού ο άνθρωπος εκπέμπει την Αγάπη.
Νίκος Νημάς
Καλοκαίρι 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου